Αύγουστος 2013
προληπτική διπλή μαστεκτομή: η καπιταλιστική Κυριαρχία ως καρκίνωμα
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
Εδώ και πάνω από πενήντα χρόνια, αυξάνει διαρκώς ο αριθμός των ανθρώπων στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες που πεθαίνουν από καρκίνο. Η αυξητική αυτή τάση είναι το κριτήριο για να χαρακτηρίσουμε μια χώρα, μια κοινωνία, έναν κοινωνικό σχηματισμό ως αναπτυσσόμενη ή ανεπτυγμένη καπιταλιστική κοινωνία. Υπάρχουν πολλά άλλα κριτήρια: λόγου χάριν, όσα πιο πολλά νοσοκομεία και κρεβάτια διαθέτει μια κοινωνία, όσα πιο πολλά φάρμακα καταναλώνει, όσο πιο πολλούς γιατρούς έχει, τόσο πιο πολιτισμένη κοινωνία είναι. Το Μπουτάν, στα βόρεια της Ινδίας, εκεί όπου απαγορεύεται η εγκατάσταση εργοστασίων, είναι μια τελείως καθυστερημένη χώρα, μιας και δεν έχει κανένα νοσοκομείο. Εάν σχηματίσετε την εντύπωση ότι προτείνω το κλείσιμο των εργοστασίων και των νοσοκομείων και είστε έτοιμοι και έτοιμες να με μέμψετε γι αυτό, να το κάνετε: αυτό ακριβώς υπαινίσσομαι: να κλείσουμε όλα τα εργοστάσια και τα νοσοκομεία. Όχι σήμερα, για όνομα της Ζωής! (Θα δούμε παρακάτω τί εννοώ με τους όρους εργοστάσιο και νοσοκομείο) Λίγος ρεαλισμός δεν βλάπτει! Είμαστε ρεαλιστές, αναζητούμε το αδύνατο! Μιλώντας ρεαλιστικά για το αδύνατο, η επιδίωξή μας να κλείσουμε τα εργοστάσια και τα νοσοκομεία θα πρέπει να διακηρυχθεί με σαφήνεια, με αποφασιστικότητα, με τόλμη, με απλότητα, με προκλητικότητα, με κυνισμό: Ή θα κλείσουμε τα εργοστάσια και τα νοσοκομεία ή θα πεθαίνουμε όλοι και όλες από καρκίνο! Είμαι υπερβολικός; Κινδυνολογώ; Για να δούμε τι θα δούμε! Continue reading
σημεία στίξης: η Τροχαία (ή τα φρένα;) του γραπτού λόγου
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
Θα γράψουμε όπως έγραφαν οι αρχαίοι Έλληνες, με κεφαλαία γράμματα και χωρίς κενό μεταξύ των λέξεων, το τέλος ενός διηγήματος που κάθε φορά που το διαβάζω βουρκώνω και δακρύζω, κι ας προσπαθήσουμε να το διαβάσουμε:
ΔΙΟΤΙΑΝΕΛΟΓΙΣΘΗΝΟΣΑΜΟΙΕΛΕΓΕΠΕΡΙΑΥΤΟΥΠΑΡΕΒΑΛΟΝΤΗΝ ΑΓΑΘΟΤΗΤΑΤΟΥΠΑΡΑΦΡΟΝΟΣΜΕΤΗΝΒΔΕΛΥΡΑΝΠΑΝΟΥΡΓΙΑΝΤΟΥΠΡΩΗΝ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥΚΑΙΔΕΝΗΕΞΕΥΡΟΝΝΑΕΥΡΩΠΟΙΟΣΕΚΤΩΝΔΥΟΗΤΟΝΟ ΦΟΝΕΥΣ ΤΟΥΑΔΕΛΦΟΥΜΟΥ
Κι ας το γράψουμε όπως το έγραψε ο Γεώργιος Βιζυηνός:
Διότι ανελογίσθην όσα μοί έλεγε περί αυτού· παρέβαλον την αγαθότητα του παράφρονος με την βδελυράν πανουργίαν του πρώην ταχυδρόμου, και δεν ήξευρον να εύρω, ποίος εκ των δύο ήτον ο φονεύς του αδελφού μου!
Δεν θα μπορούσαμε, φίλες και φίλοι, να γράφουμε και να διαβάζουμε όπως έγραφαν οι αρχαίοι Έλληνες. Η ζωή μας θα γίνονταν, μα την Παναγία, πολύ δύσκολη. Το ερώτημα είναι πως τα κατάφερναν οι αρχαίοι Έλληνες όχι να γράψουν αλλά να διαβάσουν αυτά που έγραφαν, με τον τρόπο που τα έγραφαν. Με άλλα λόγια, πώς έγραφαν και διάβαζαν κείμενα χωρίς σημεία στίξης;
Θα εκπλαγείτε βέβαια, αν και δεν θα έπρεπε, αν σας πω ότι τα διάβαζαν πολύ εύκολα και πολύ γρήγορα διότι είχαν στη διάθεσή τους ένα τρόπο να δηλώνουν πότε, πού έπρεπε να σταματούν και πόσο κάθε φορά. Εμείς χρησιμοποιούμε τα σημεία στίξης για να το καταφέρουμε αυτό. Οι αρχαίοι Έλληνες;
ο Παρατατικός και τα αποσιωπητικά
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
Σήμερα θα καταπιαστούμε με ένα κοινό στοιχείο του Παρατατικού και των αποσιωπητικών. Θα αναρωτηθείτε βέβαια πως είναι δυνατόν να υπάρχει κάποιο κοινό στοιχείο μεταξύ ενός χρόνου, του Παρατατικού, και ενός σημείου στίξης, των αποσιωπητικών. Θα δούμε πως υπάρχει.
Από τις παρακάτω προτάσεις, οι δύο πρώτες δεν είναι γραμματικά σωστές, οι δύο τελευταίες όμως είναι:
*τρώω όταν ήρθες
*έφαγα όταν ήρθες
έτρωγα όταν ήρθες
είχα φάει όταν ήρθες
Δεν δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε γιατί τις δύο πρώτες προτάσεις δεν μπορούμε να τις εκφέρουμε (και το δηλώνουμε με τον αστερίσκο). Ο Ενεστώτας τρώω δηλώνει τη διάρκεια στο παρόν ενώ ο άοριστος ήρθες το στιγμιαίο στο παρελθόν. Οι καταστάσεις αυτές όμως είναι ασύμβατες μεταξύ τους. Ασύμβατες είναι και οι καταστάσεις μεταξύ των δύο Αορίστων έφαγα και ήρθες: η δήλωση δύο στιγμιαίων καταστάσεων στο παρελθόν είναι αδύνατη: το στιγμιαίο μπορεί να υπάρξει μόνο στα πλαίσια της διάρκειας. Ο Παρατατικός όμως έτρωγα δηλώνει τη διάρκεια στο παρελθόν και είναι συμβατός με τον Αόριστο ήρθες που δηλώνει το στιγμιαίο στο παρελθόν. Σε αυτή την περίπτωση, το στιγμιαίο (ήρθες) εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια της πράξης (έτρωγα) που δηλώνει το ρήμα. Και ο [Υπερσυντέλικος δηλώνει ότι η ενέργεια του ρήματος είχε συντελεστεί (είχα φάει), όταν άρχισε κάτι άλλο, οπότε είναι συμβατός με τον στιγμιαίο Αόριστο (ήρθες)].
Ας δούμε τώρα τις παρακάτω προτάσεις
τρώω
έτρωγα
Η πρώτη μπορεί να σταθεί ως αυτόνομη πρόταση. Και η δεύτερη μπορεί αλλά έχουμε την αίσθηση ότι κάτι λείπει, ότι είναι νοηματικά ελλιπής, ότι κάτι περιμένουμε μετά το ρήμα. Γιατί συμβαίνει αυτό άραγε;
προληπτική διπλή μαστεκτομή: καρκίνος και καπιταλισμός (ποιμενισμός)
η στρατηγική της εξάντλησης της τετραετίας και η διάρκεια της κυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α – ΑΝ.ΕΛ – ΔΗΜ.ΑΡ
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
Εάν γίνονταν σήμερα εκλογές, ή σε λίγους μήνες, εικάζω ότι θα είχαμε την εξής εικόνα της κοινοβουλευτικής δύναμης των κομμάτων (%):
Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ): 39-41
Νέα Δημοκρατία (ΝΔ): 20-22
Χρυσή Αυγή (ΧΑ): 15-17
Ανεξάρτητοι Έλληνες (ΑΝΕΛ): 7-9
Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ): 4-6
Δημοκρατική Αριστερά (ΔΗΜΑΡ): 3-5
Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα (ΠΑΣΟΚ): 3-5
Αντιλαμβάνεστε ότι θα σχηματιζόταν τρικομματική κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ και ΔΗΜΑΡ. Μια τέτοια εξέλιξη θα πρέπει να αποφευχθεί με κάθε τρόπο, με τον εξής ένα: να μην γίνουν εκλογές! Η τετραετία πρέπει να εξαντληθεί πάση θυσία, ακόμα κι αν χρειαστεί να γίνουν και τακτικοί συμβιβασμοί, όπως έγινε με τους πλειστηριασμούς. Η στρατηγική λοιπόν της πολιτικής μαφίας της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ είναι σαφής: οι εκλογές θα γίνουν τον Ιούνιο του 2016 διότι τότε πρέπει να γίνουν. Και προκύπτει το ερώτημα: γιατί οι εκλογές πρέπει να γίνουν αφού εξαντληθεί και το τελευταίο λεπτό της τετραετίας, γιατί χρειάζονται και το τελευταίο λεπτό της τετραετίας;
Coca Cola και σχιζοφρένεια
από τον Μέλλοντα της αρχαίας ελληνικής στον Μέλλοντα της νέας
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
Όταν διδασκόμαστε στο σχολείο Γραμματική ή Ιστορία, διδασκόμαστε και διαμορφώνουμε μια παράσταση του χρόνου που είναι όλως γραμμική. Ο χρόνος παριστάνεται ως μια ατέρμων γραμμή που κινείται στα αριστερά μας προς το παρελθόν, ή αρχίζει από εκεί, και δεξιά μας προς το μέλλον. Το σημείο επαφής του παρελθόντος και του μέλλοντος είναι το παρόν, μία στιγμή της διάρκειας του χρόνου, μία στιγμή που καταβροχθίζει το μέλλον και αποβάλλει, χέζει θα έλεγα, παρελθόν. Παρουσιάζει τεράστιο ενδιαφέρον να ερευνήσουμε και να κατανοήσουμε την προέλευση της γραμμικής παράστασης του χρόνου, έχοντας κατά νου ότι κατά το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του ανθρώπινου γένους επικρατούσε η κυκλική παράσταση του χρόνου, η οποία είναι σαφώς τροφοσυλλεκτικής και αγροτικής προέλευσης.
Το μόνο που μπορούμε σήμερα να πούμε είναι ότι η γραμμική παράσταση του χρόνου είναι επινόηση της ινδοευρωπαϊκής ποιμενικής Κυριαρχίας. Με την επιθυμία του Κυρίου να είναι πιο ισχυρός έναντι της φύσης και του αντιπάλου (Κυρίου ή Υποτελούς) και την προσδοκία της εκπλήρωσης της επιθυμίας στο βάθος του επερχόμενου χρόνου, το ενδιαφέρον στρέφεται προς το μέλλον· στον πυρήνα της γραμμικής παράστασης του χρόνου εντοπίζουμε την πυρηνική επιθυμία του Κυρίου, την επιθυμία της εκπλήρωσης όλων των επιθυμιών, την επιθυμία της διαμόρφωσης της μελλοντικής πραγματικότητας βάσει των επιθυμιών – αυτή είναι η επινόηση της πραγματικότητας, αυτός είναι ο αποικισμός του μέλλοντος.
Η επικράτηση της γραμμικής παράστασης του χρόνου δεν θα μπορούσε να αφήσει αδιάφορους τους Υποτελείς, αναγκαζόμαστε να παίζουμε μπάλα στο γήπεδό του, πέφτουμε όμως θύματα αυταπάτης εάν νομίζουμε ότι η κυκλική παράσταση του χρόνου εξέλιπε παντελώς – το ότι αποδυναμώθηκε και εκδιώχτηκε και καταχωνιάστηκε στα περιθώρια της κοινωνικής ζωής αυτό είναι βέβαιο. Εάν ο Κύριος ενδιαφέρεται τα μάλα για το μέλλον, και την αποίκισή του, η αδιαφορία του Υποτελούς για το μέλλον θα ήταν ακατανόητη και άκρως ηττοπαθής. Έτσι, το πως έβλεπαν, πως βλέπουν και πως θα βλέπουν το μέλλον ο Κύριος και οι Υποτελείς είναι κάτι που δεν μας αφήνει ασυγκίνητους· στρέφουμε λοιπόν προς τα εκεί τη φιλομάθειά μας και κάνουμε έρευνες.
Η Γραμματική είναι ένας από τους τρόπους να ικανοποιήσουμε τη φιλομάθειά μας: καταγράφει κοινωνικές σχέσεις και κοινωνικές αντιλήψεις του παρελθόντος που έχουν παγιωθεί, έχουν αποκρυσταλλωθεί στη μορφή, τη σύνταξη και τη σημασία των λέξεων. Εάν επιδιώξουμε να ερευνήσουμε το πως η Γραμματική κωδικοποιεί τις αντιλήψεις για το μέλλον, θα αναγκαστούμε να καταφύγουμε στη μελέτη του Μέλλοντα και στην εξέλιξή του, περιοριοριζόμενοι στα πλαίσια της αρχαίας και της εξ αυτής προερχόμενης νέας ελληνικής . Το ειδικότερο ενδιαφέρον μας είναι η μελέτη και η κατανόηση της φράσης το προλεταριάτο θα πάρει κομμουνιστικά μέτρα, διότι η ανάγνωσή της γεννά καθόλου απροσδόκητα το ερώτημα: γιατί ο συντάκτης δεν έγραψε θα παίρνει αλλά θα πάρει; Η επιλογή αυτή, ασυνείδητη ή μή, δεν παραπέμπει σε κάποιες πολιτικές θέσεις και απόψεις; Ποιές είναι αυτές; Μπορούμε να τις εντοπίσουμε μελετώντας τη διαφορά μετξύ του εξακολουθητικού Μέλλοντα θα παίρνει και του στιγμιαίου θα πάρει;
Η διάκριση αυτή δεν υπήρχε στην αρχαία ελληνική. Και όχι μόνο αυτό: ο Μέλλων δεν ήταν χρόνος με την αυστηρή σημασία της γραμματικής έννοιας ‘ χρόνος ‘ . Θα πρέπει λοιπόν να κάνουμε μια παράκαμψη, τρελλαινόμαστε για παρακάμψεις, και να εξετάσουμε τον γραμματικό χρόνο. Δεν θα τα καταφέρουμε όμως εάν δεν εξετάσουμε την έννοια του ρήματος – άλλη μια παράκαμψη! Μην ανησυχείτε, θα είναι και οι δύο σύντομες και πολύ απλά διατυπωμένες.
το Κράτος και η δουλειά του ελεγκτή
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
Θα μπορούσαμε, με κριτήριο την ύπαρξη ή μη Κράτους, να διακρίνουμε δύο περιόδους του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής: την περίοδο της διαμόρφωσης (800-1100), της ακμής (1100-1300) και της τελικής (τελευταίας) κρίσης (14ος και 15ος αιώνας) αυτού του τρόπου παραγωγής κατά την οποία δεν υπήρχε Κράτος· και την περίοδο της αποσύνθεσης και συρρίκνωσης, μετά το 1600, κατά την οποία εμφανίζεται το απολυταρχικό Κράτος, ως πολιτικό προϊόν της συρρίκνωσης, με σκοπό να διατηρηθούν οι φεουδαρχικές σχέσεις – ήταν λοιπόν το αποτέλεσμα του φόβου του φεουδαρχών Κυρίων, ήταν μια μορφή άμυνας. Εάν Πολιτική και Κράτος είναι άμεσα συνυφασμένα, αναρωτιόμαστε εάν υπήρχε Πολιτική κατά την ακρατική περίοδο του φεουδαλισμού. Υπήρχε – μπορεί λοιπόν να υπάρχει Πολιτική και χωρίς Κράτος. Εάν με τον όρο Πολιτική εννοοούμε τη τέχνη, την πρακτική άσκησης βίας και απάτης με σκοπό τη διατήρηση του υπάρχοντος κυρίαρχου τρόπου παραγωγής, αρπαγής, καταστροφής και εξόντωσης, είναι αδύνατον να μην υπήρχε κατά την ακρατική περίοδο. Η Πολιτική εμφανίζεται με τη μορφή του μοριακού, ατομικού, κοινοτικού εξωοικονομικού εξαναγκασμού, με την άσκηση βίας σε μοριακό επίπεδο για την απόσπαση πλεονάσματος, για την αρπαγή ενός μεγάλου μέρους του κοινωνικού πλούτου.
Αυτές ήταν οι δύο πολιτικές μορφές που απαιτήθηκαν για να διατηρηθεί ο φεουδαρχικός τρόπος παραγωγής. Κι όταν αυτός εξαφανίστηκε και κυριάρχησε ο καπιταλιστικός, το απολυταρχικό Κράτος μετεξελίχθηκε σε αστικό, καπιταλιστικό με σκοπό την απλή και διευρυμένη (ισχυροποιημένη) αναπαραγωγή, διατήρηση, διαιώνιση του εν λόγω τρόπου παραγωγής. Ο πυρήνας του καπιταλιστικού Κράτους είναι το απολυταρχικό Κράτος, της πολιτικής μορφής της άμυνας και του τρόμου των φεουδαρχών : καταστολή και αρπαγή κοινωνικού πλούτου (φορολογία). Αναπόφευκτα, μέσα στο αστικό/καπιταλιστικό Κράτος είναι ενσωματωμένα, είναι καταγραμμένα η άμυνα και ο τρόμος των φεουδαρχών, κατά συνέπεια, και η άμυνα και ο τρόμος των καπιταλιστών.
μπορούμε να καταργήσουμε το εισιτήριο στις αστεακές συγκοινωνίες: μέρες ελεύθερης (ομαδικής) μετακίνησης
Και τώρα τι κάνουμε; Καίμε τα λεωφορεία και τα τρόλεϊ; Δε χτυπάμε εισιτήριο, χτυπάμε τους ελεγκτές; Συνεχίζουμε, ο καθένας μόνος του, να μη χτυπάμε εισιτήριο με τη ψυχή στο στόμα, έμπλεοι, γεμάτοι με φόβο και άγχος; ΟΧΙ, φίλες και φίλοι, κατηγορηματικά ΟΧΙ!
Παράθεσα χτες κάποιες γενικές και υποτυπώδεις σκέψεις για την έννοια της κλιμάκωσης της σύγκρουσης. Η κλιμάκωση δεν μπορεί να αποφευχθεί, είναι αδύνατον – εκτός εάν θέλουμε να παραμείνουμε Υποτελείς. Εάν δεν θέλουμε, θα πρέπει να τη λάβουμε στα σοβαρά, όσο γίνεται περισσότερο. Δεν χάνω ευκαιρία να επαναλαμβάνω ότι με τις ζωές των ανθρώπων δεν παίζουμε, ότι οι επιλογές μας δεν είναι πολλές όταν κινδυνεύουν ζωές. Έχοντας κατά νου το εμμενές χαρακτηριστικό της σύγκρουσης, την κλιμάκωση, συνειδητοποιώντας ότι, σε επίπεδο βίας, ούτε την υπεροχή σε κάθε επίπεδο της κλιμάκωσης διαθέτουμε ούτε την υπεροχή του έσχατου όπλου διαθέτουμε ώστε να προειδοποιήσουμε τον αντίπαλο Κύριο και έτσι να την περιορίσουμε – την κλιμάκωση εννοώ. Θα με κατακρίνετε ως πασιφιστή (ειρηνιστή) και ηττοπαθή. Οκέι. Ο καθένας και η καθεμιά αναλαμβάνει, θα αναλάβει την ευθύνη του τί γράφει και του τί λέει.
Είναι γνωστή η δυσχέρεια και την επαναλαμβάνω: εάν με τα όπλα, με τις εκλογές και τις διαματυρίες – διαδηλώσεις δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε και να επιλύσουμε τα πολλά και ποικίλα προβλήματα που μας προκαλεί με τις ανηλέητες και χωρίς σταματημό επιθέσεις του ο Κύριος, τί μπορούμε να κάνουμε; Οι μετακινήσεις στις πόλεις είναι ένα πρόβλημα· είναι πεδίο σύγκρουσης αλλά είναι και αντικείμενο σύγκρουσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ, και όχι μόνο, προτείνουν την δωρεάν μετακίνηση των ανέργων, και όχι μόνο. Δε μπορώ να μην συμφωνήσω! Πώς θα εφαρμοστεί όμως; Όταν θα γίνει κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ; Κι αν δεν γίνει; Κι αν γίνει και το ξεχάσει;
Το πρόβλημα της μετακίνησης επιλύεται μερικώς από πολλούς και πολλές που δεν κόβουν εισιτήριο και πολύ καλά κάνουν. Πριν φύγω από την Αθήνα, τον Μάιο του 1997, επί χρόνια δεν χτύπαγα εισιτήριο γιατί πράγματι δεν είχα μία (δραχμή). Πήγαινα στον Εθνικό Κήπο, έβρισκα κάνα αβγό πάπιας, πουλούσα παλιές τηλεκάρτες κι αγόραζα ψωμί. Θυμάμαι το άγχος μου και το φόβο μου μήπως μπει ο ελεγκτής – κοντά στην πόρτα να προλάβουμε να κατεβούμε πριν προλάβει να μας πλησιάσει· κι αν μας πλησίαζε, αυτοσχεδιάζαμε. Ψυχοφθόρα κατάσταση. Η ατομική αντιμετώπιση του προβλήματος είναι παντελώς ανεπαρκής και επικίνδυνη, όπως τελικά αποδείχτηκε. Σε αυτή τη διαπίστωση μας αναγκάζει να καταλήξουμε η σημερινή κοινωνική κατάσταση.
Τα ερωτήματα που αναφύονται είναι εάν μπορούμε να καταργήσουμε μονομερώς τα εισιτήρια, εάν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε αποτελεσματικά τους ελεγκτές, εάν μπορούμε να τους διώξουμε από τα μέσα μετακίνησης, εάν μπορούμε να καταργήσουμε αυτή τη δουλειά του Κράτους. Ποιά είναι η δουλειά του ελεγκτή, άρα (και) του Κράτους; Είναι να ιδιωτικοποιήσει κάτι που είναι κοινόκτητο και κοινόχρηστο. Η διαδικασία της ιδιωτικοποίησης από το Κράτος, από τους κρατικούς υπαλλήλους της



