φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα· παίζαμε κρυφτό στο χωριό, πέντε, έξι χρονών, και τη ώρα που ήμασταν κρυμμένοι, τον ρώτησα: θέλεις να γίνουμε φίλοι;
φίλες και φίλοι, η παιδική αυτή ανάμνηση με έχει απασχολήσει πολύ. Είναι πολύ παράξενο πράγματι που θυμόμαστε τόσα λίγα από τη νηπιακή και παιδική μας ηλικία· είναι επίσης παράξενο και το τί θυμόμαστε! Οι παιδικές μας αναμνήσεις μας λένε ποιοί είμαστε: είμαστε συγκλονιστικοί, δεν το νιώθουμε, δεν το καταλαβαίνουμε (που θα πάει;) αφού κάθε ανάμνηση ήταν ένας συγκλονισμός: όλες οι παιδικές αναμνήσεις ήταν συγκλονιστικά συμβάντα – αρνητικά (τραύματα) και θετικά (θαύματα της ζωής). Δεν είναι συγκλονιστικό να αποπειράσαι να βγεις από την οικογένεια; Δεν είναι συγκλονιστικό στην έξοδο αυτή να γνωρίζεις τη φιλία; Μετά τα μέλη της οικογένειας, ο φίλος είναι αυτός που μας συνδέει με την κοινωνία, αυτός είναι ο πρώτος που συναντάμε εκτός οικογένειας, αυτός μας παίρνει την κοινωνική μας παρθενιά. Ποιός και ποιά δεν θυμάται παιδικό του φίλο, παιδική του φίλη; Να είναι άραγε τυχαίο ότι τα περισσότερα παιδικά βιβλία μιλάνε για τη φιλία; Δεν έχουμε αντιληφθεί τη σπουδαιότητα και τη σημαντικότητα της φιλίας· απόδειξη το γεγονός ότι τα βιβλία για τη φιλία που έχουν γραφτεί είναι ελάχιστα – τα μόνα που μπορώ να αναφέρω είναι τα ΗΘικά Νικομήδεια του Αριστοτέλη και κάποια σύντομα δοκίμια περί φιλίας του Μοντέν – εγώ δεν γνωρίζω τίποτα άλλο, μα τη Παναγία. Όταν κάποτε συνειδητοποίησα αυτή την κατάσταση, παραξενεύτηκα πάρα πολύ. Γιατί αυτή η αδιαφορία για τη φιλία, πώς να την εξηγήσουμε; Μαθαίνω (εννοώ: φίλοι και φίλες μου το σφυρίζουν) ότι τώρα τελευταία, εδώ και δέκα, είκοσι χρόνια υπάρχει ένα θεωρητικό ενδιαφέρον για τη φιλία, είναι όμως ένα ζήτημα που θα μας απασχολήσει στο μέλλον.
Υπάρχει και κάτι άλλο που με έχει συγκλονίσει: η ανικανότητα πολλών ανθρώπων, των περισσότερων θα έλεγα, να συνάψουν φιλικές σχέσεις. Νομίζω πως έχω καταλήξει σε μια εξήγηση – την εκθέτω ευθύς αμέσως: τσομπαναραίϊκη συκοφαντία της φιλίας. Η ανικανότητα αυτή εκτυλίχθηκε και ολοκληρώθηκε κατά τη διάρκεια της παιδικής μας ηλικίας και δεν μου επιτρέπεται να μην τη συνδέσω με τη θεωρητική αδιαφορία για τη φιλία. Γιατί όμως η ποιμενική πατριαρχική οικογένεια να μισεί, περί μίσους πρόκειται, τη φιλία; Και έχω παραξενευτεί επίσης και για κάτι ακόμα: ο ποιμενισμός, τα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού, ενθαρρύνει μόνο τη φιλία μεταξύ ανδρών κατἀ διάρκεια του πολέμου – θα την ονομάσω ποιμενική πολεμική φιλία. Γιατί να την εξοβελίζει ολοσχερώς και καθολικά και να ενισχύει μόνο τη φιλία τις ώρες του πολέμου;
Να εκλάβουμε λοιπόν το πρόσφατο καινοφανές θεωρητικό ενδιαφέρον για τη φιλία ως σύμπτωμα θετικό της υποχώρησης των ποιμενικών αξιών της οικογένειας και της θεμελίωσης μιας κουλτούρας της φιλίας;
