η elitsa, ο kleovis, o Ολλανδός· (το αυτονόητο και ο ανταγωνισμός)

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

ΓΝΩΡΙΣΑ κάποτε, γύρω στο 1990, δύο ανθρώπους που πίστευαν πως δεν θα πεθάνουν. Στην παρατήρησή μου ότι μέχρι τώρα όλοι μας πεθαίνουμε, απάντησαν πως το ότι συνέβη αυτό στους άλλους δεν σημαίνει ότι θα συμβεί και σε μας. Πώς θα κριθεί ποιος κάνει λάθος; Το επιχείρημά τους έχει μια αξία: κοίταξε, δεν έχω πεθάνει ακόμα, είμαι ζωντανός και πιστεύω πως θα παραμείνω ζωντανός, πως δεν θα πεθάνω.

ΥΠΑΡΧΕΙ ένας κριτής, φίλες και φίλοι, αλάνθαστος, κι αυτός είναι ο χρόνος. Διότι ο μεν ένας πέθανε, κάηκε μέσα στην Πόρσε του, ο δε άλλος, εάν ζει, θα είναι τώρα πάνω από τα ογδόντα – εάν δεν τον έφαγαν ακόμα τα σκλίκια, όπως λένε στο χωριό μου,  θα τον φάνε, να  ‘ναι καλά να ζήσει όσα χρόνια θέλει, αν και ζούμε πάντα λιγότερο από ό,τι θέλουμε ή πιστεύουμε.

Η ακράδαντη πίστη αυτών των δύο ανθρώπων ότι δεν θα πεθάνουν με είχε συγκλονίσει, οι συνέπειες δε του κλονισμού μου ακόμα κατακλύζουν την ύπαρξή μου. Τί με είχε συγκλονίσει; Το πλήγμα που υπέστη το αυτονόητο. Για το αυτονόητο θα μιλήσω σήμερα, θα φέρω στο προσκήνιο κάποιες πλευρές του που πιθανόν να μην τις έχουμε σκεφτεί. Ποιος γυρίζει την πλάτη στο αυτονόητο, ποιος αδιαφορεί γι΄ αυτό, ποιος, πώς και γιατί το αρνείται; Πόσο αυτονόητο είναι το αυτονόητο; Μήπως το αυτονόητο είναι μια κοινωνική κατασκευή, μια κοινωνική σύμβαση που μας δεσμεύει; Η δέσμευση όμως δεν είναι ενοχλητική; 

ΟΙ δύο άνθρωποι που πίστευαν ότι δεν θα πεθάνουν ήταν άνδρες και πλούσιοι. Η μη αποδοχή του αυτονόητου της θνησιμότητας θα έχει κάποια σχέση με το ότι ήταν πλούσιοι άνδρες, έτσι δεν είναι; Ναι, αλλά όλοι σχεδόν οι πλούσιοι άνδρες αποδέχονται αυτό το αυτονόητο – γιατί όμως αυτοί οι δύο να μην το αποδέχονται;

Continue reading