φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
ΕΧΟΥΜΕ στρέψει το βλέμμα μας στο αδιέξοδο των αγροτών και προσπαθούμε να το κατανοήσουμε. Η θεωρία του εμμενούς, ζωντανού κομμουνισμού και του εμμενούς, ζωντανού κοινωνικού πολέμου όχι μόνο θα μας βοηθήσει σε αυτή την προσπάθεια αλλά θα αναδείξει και την αναγκαιότητα της θεωρίας για την κατανόηση τόσο της ιστορίας όσο της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας – αλλά και την διατύπωση προβλέψεων (όχι προφητειών!). Ποιο είναι το αδιέξοδό τους;
ΤΟ αδιέξοδό τους οφείλεται σε μια αντίφαση που δεν μπορούν να άρουν οι αγρότες: οι δρόμοι είναι κοινόχρηστοι αλλά δεν είναι κοινόκτητοι. Πριν δούμε σε ποιον ανήκουν, ας εξετάσουμε την αντίφαση. Οι δρόμοι είναι κοινόχρηστοι, όπως είναι πολλοί άλλοι χώροι και εργαλεία και πρακτικές και αντιλήψεις και γνώσεις. Το ασανσέρ, λόγου χάριν, είναι κοινόχρηστο και κοινόκτητο. Ανήκει στους ενοίκους της πολυκατοικίας αλλά μπορεί να το χρησιμοποιήσει δυνάμει ο οποιοσδήποτε άνθρωπος του πλανήτη – ένας φίλος από τη Χιλή, μια φίλη από τη Νέα Ζηλανδία. Τι θα γίνει εάν, για κάποιο λόγο, κάποια οικογένεια μπλοκάρει τη χρήση του ασανσέρ, κρατώντας διαρκώς την πόρτα στον όροφό της ανοικτή, παρεμποδίζοντας τους άλλους ένοικους να το χρησιμοποιήσουν; Το μπλοκάρισμα αυτό καταργεί την κοινοχρησία του ασανσέρ, έστω περιστασιακά, και είναι βέβαιο ότι η οικογένεια αυτή, θα φάει πολύ βρισίδι πριν φάει καρπαζιές. Και πολύ δικαιολογημένα – τι λέτε εσείς;
ΤΙ κάνουμε όταν καταλαμβάνουμε τον δρόμο και σταματάμε την κίνηση των οχημάτων; Αίρουμε, καταργούμε, περιστασιακά έστω, την κοινοχρησία των δρόμων. Οι δρόμοι είναι κοινόχρηστοι και δεν έχει κανένας το δικαίωμα να περιορίζει, να συρρικνώνει την κοινοχρησία τους. Επειδή κάθε κοινοχρησία είναι μια κομμουνιστικότητα, η συρρίκνωση της κοινοχρησίας του δρόμου είναι συρρίκνωση μιας κομμουνιστικότητας, είναι μια αντικομμουνιστική πράξη. Δικαιολογημένα λοιπόν δεν διαμαρτύρονται οι οδηγοί; Πολύ δικαιολογημένα. Οι αγρότες, από την άλλη, αντιλαμβάνονται – συνειδητά, υποσυνείδητα, ενστικτωδώς – την αντικοινωνική και αντικομμουνιστική πτυχή του μπλοκαρίσματος των δρόμων και τους αφήνουν ανοιχτούς. Και πολύ καλά κάνουν. Τους κλείνουν όμως για μικρά ή μεγάλα χρονικά διαστήματα. Απειλούν ότι θα τους κλείσουν για δύο 24ωρα, μετά έγιναν τέσσερα, μετά ένα και μετά ούτε ένα, τώρα θα πάνε σε διάλογο με την κυβέρνηση. Γιατί ο τετραήμερος αποκλεισμός έγινε διάλογος, που απέρριπταν εδώ και σαράντα μέρες; Τι μεσολάβησε; Θα κάνω ένα σχόλιο στο τέλος του κειμένου για να δείξω τη διαφορά μεταξύ του διαλόγου και της συζήτησης και γιατί αρνούνται, αρνούνταν τον διάλογο.
ΘΑ σας πω τι μεσολάβησε – δυο ενδεχόμενα υπάρχουν. Πριν τα δούμε, ας εξετάσουμε το ζήτημα σε ποιον ανήκουν οι δρόμοι και το δεύτερο σκέλος της αντίφασης. Οι δρόμοι είναι κοινόχρηστοι αλλά δεν είναι κοινόκτητοι – ανήκουν στο κράτος και στις κατασκευαστικές εταιρείες. Είναι εργαλεία της κυριαρχίας του (ταχεία μετακίνηση για την καταστολή εξεγέρσεων) – και της κυριαρχίας του καπιταλισμού (μεταφορά εμπορευμάτων και μετακίνηση εργαζομένων). Οι δρόμοι βέβαια κατασκευάστηκαν με τον κοινωνικό πλούτου που παρήγαγαν οι υποτελείς παραγωγοί και με την εργασία τους, ο συντονισμός όμως του σχεδιασμού τους και της κατασκευής του έγινε από το κράτος και από τις μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες. Οι δρόμοι ανήκουν στο κράτος και στους καπιταλιστές, ελέγχουν τον χώρο των δρόμων, διότι έχει εξασφαλίσει οπλική υπεροχή. Κανένας χώρος δεν μπορεί να ελεγχθεί χωρίς οπλική υπεροχή.
ΟΤΑΝ οι αγρότες κλείνουν τους δρόμους και διακόπτουν την έλευση των οχημάτων, δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να ελέγχουν τον χώρο που ανήκει στο κράτος και σε μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες, πιθανόν και τράπεζες. Ο έλεγχος αυτός είναι αντικειμενικά, ως απόπειρα ελέγχου και έλεγχος του χώρου, μια πολεμική πράξη, μια στρατιωτική επιχείρηση ειδικού σκοπού. Οι αγρότες πολεμούν – δεν ξέρω αν το ξέρουν ή δεν το ξέρουν. Ποια είναι τα όπλα τους; Τα τρακτέρ τους, τα γεωργικά μηχανήματά τους – με αυτά καταλαμβάνουν τον χώρο και τον ελέγχουν, μετά από νικηφόρες εφόδους. Δεν μπορούν όμως να πουν ότι πολεμούν! Τι λένε; Λένε ότι αγωνίζονται!Διαμαρτύρονται πολεμώντας, αγωνίζονται πολεμώντας. Μπλόκα του αγώνα (ΚΚΕ): Αυτό όμως είναι αντίφαση εν τοις όροις: άλλο αγώνας άλλο πόλεμος (μπλόκα) – ο αγώνας είναι διαμαρτυρία, είναι διεκδικήσεις, ο πόλεμος είναι έλεγχος του χώρου και του χρόνου. Η απεργία δεν είναι διαμαρτυρία, δεν είναι διεκδίκηση – είναι πόλεμος, είναι έλεγχος του χρόνου, είναι οδόφραγμα στον χρόνο. Γι αυτό και όλες οι νίκες της εργατικής τάξης έγιναν με τον κοινωνικό πόλεμο, με την απεργία.
ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΟΙ ενστικτωδώς τον πολεμικό χαρακτήρα της διαμαρτυρίας τους και του αγώνα τους, δεν τολμούν να κλείσουν τους δρόμους για μεγάλο χρονικό διάστημα- για λίγες ώρες μόνο. Κι όταν τους κλείνουν, υποδεικνύουν παραδρόμους! Και τον μικρής διάρκειας αποκλεισμό, τη μικρής διάρκειας πολεμική πράξη την αποκαλούν συμβολικό αποκλεισμό και συμβολική διαμαρτυρία. Έλα μουνί στον τόπο σου! Και αναγκάζονται να καταφεύγουν σε κούφιες απειλές που προκαλούν τον ακατάσχετο γέλωτα: θα μείνουν στους δρόμους μέχρι το Πάσχα – και μετά το Πάσχα. Και πριν φτάσουν οι απειλές στα αφτιά μας, σπεύδουν να κάνουν διάλογο. Μπορεί να επιστρέψουν στους δρόμους και πάλι, θα δούμε, αλλά θα συνεχίσουν τον συμβολικό αποκλεισμό και τη συμβολική διαμαρτυρία, μέχρι να βαρεθούν, μέχρι να το πάρουν απόφαση ότι δεν μπορούν να νικήσουν και θα φύγουν. Θα υποστούν μια ταπεινωτική ήττα.
ΤΙ συνέβη όμως και άλλαξαν στάση; Ή αντιλήφθηκαν το αδιέξοδο και την αντίφαση ή τους απείλησε το κράτος και αναγκάστηκαν να μασήσουν. Δεν μπορώ να ξέρω τι από τα δύο συνέβη – μπορεί και τα δύο. Ό,τι και να συνέβη ή θα αναγκαστούν να πάρουν ό,τι τους δώσει το κράτος ή θα επιστρέψουν στο μετερίζι του αγώνα, στα μπλόκα του αγώνα (αχ, βρε ΚΚΕ, τι σου έμελλε να πάθεις!) και εκεί θα ηττηθούν και θα φύγουν. Δεν θα ηττηθούν όμως μόνο οι αγρότες, θα ηττηθούν όλα τα κόμματα που τους υποστηρίζουν. Θα φάνε οικτρή ήττα. Τα οποία δεν μπορούν να υποδείξουν στους αγρότες την αντίφαση αυτού του τρόπου διεξαγωγής του κοινωνικού πολέμου, που προκαλεί το αδιέξοδό τους και την ήττα τους! Αγώνας να ΄ναι και ό,τι να ναι! Αντί να τους εξηγήσουν πώς έχει η κατάσταση και να τους προσγειώσουν, να δουν κατάματα την πραγματικότητα, τους κολακεύουν και τρέχουν από πίσω τους. Πιασμένοι χεράκι χεράκι θα ηττηθούν και θα εξαφανιστούν.
ΑΣ δούμε τώρα και τη διαφορά μεταξύ διαλόγου και συζήτησης. Γιατί οι αγρότες απέφευγαν τον διάλογο; Διάλογος μπορεί να γίνει μεταξύ κράτους και αγροτών, δεν μπορεί όμως να γίνει συζήτηση! Απέφευγαν τον διάλογο γιατί γνωρίζουν πολύ καλά και τι είναι και ποια είναι η διαφορά με τη συζήτηση. Κάνω διάλογο με κάποιον σημαίνει προσπαθώ να τον πείσω. Ο διάλογος είναι η καραμέλα που έχει μονίμως στο στόμα του και το κράτος και το αφεντικό. Με την παραμικρή διαφωνία ή ανυπακοή ή αντίσταση, αμέσως: ελάτε να κάνουμε διάλογο, δηλαδή, ελάτε να σας πείσουμε. Το κράτος θα επιχειρήσει να πείσει τους αγρότες, οι αγρότες θα προσπαθήσουν να κάνουν το κράτος να αλλάξει γνώμη, να το πείσουν δηλαδή να κάνει αυτό που θέλουν αυτοί. Εάν κάποιος πειστεί, έχει καλώς. Εάν δεν πειστεί, στα μπλόκα του αγώνα και πάλι – ή στο σπίτι και στα χωράφια. Ποιος όμως πείθει τον άλλον; Ο πιο ισχυρός. Και πιο ισχυρός σε αυτή την περίπτωση είναι το κράτος. Το οποίο για να πείσει, κάνει κάποιες παραχωρήσεις. Τις οποίες όμως οι αγρότες θεωρούν πολύ λίγες. Ή θα τις δεχτούν και θα ηττηθούν ή ξανά πίσω στα μπλόκα του αγώνα και θα ηττηθούν.
Η συζήτηση δεν έχει σκοπό να πείσει. Η συζήτηση γίνεται για να οριστεί (για να κατανοηθεί) η πραγματικότητα. Εάν μου πεις ότι αυτό το βάζο είναι γάτα, τότε ή θα προσπαθήσεις να με πείσεις ότι είναι γάτα κι εγώ θα προσπαθήσω να σε πείσω ότι δεν είναι γάτα, θα κάνουμε διάλογο δηλαδή, τον οποίο εγώ βέβαια θα αρνηθώ, ή θα συζητήσουμε να ορίσουμε τι είναι βάζο και τι είναι γάτα.