φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
Η μελέτη της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ιστορίας του δυτικού πολιτισμού, από το 700 π. Χ. μέχρι σήμερα, μας παρωθεί να υποστηρίξουμε ότι κατά τη διάρκεια των μεταβατικών εποχών, των εποχών αποδιοργάνωσης, απορρύθμισης, αποσύνθεσης και, κατά συνέπεια, μετασχηματισμού του τρόπου παραγωγής, της κοινωνικής δομής, της πολιτικής συγκρότησης, αναζωπυρώνεται ο κοινωνικός πόλεμος. Ο οποίος υπνώττει, βρίσκεται σε κατάσταση αδράνειας, σιγοκαίει και καταλαγιάζει σε εποχές αποτελεσματικής επιβολής της κυριαρχίας της πλούσιας και ισχυρής άρχουσας τάξης – δουλοκτήτες, φεουδάρχες, καπιταλιστές. Δύο είναι οι μέθοδοι της επιβολής και διαιώνισης, αναπαραγωγής της κυριαρχίας, δηλαδή, κατ΄αρχάς, της αρπαγής ενός μεγάλου μέρους του συλλογικά παραγόμενου υλικού κοινωνικού πλούτου από μια μειονότητα που λίγες φορές ξεπέρασε το 5%: η ανηλεής βία και οι παραχωρήσεις (περισσότερος κοινωνικός πλούτος στους υποτελείς παραγωγής, συμμετοχή στη διανομή της πολεμικής λείας, ελευθερίες και δικαιώματα), με τον συνδυασμό τους να μη είναι σπάνιος. Αν συγκρίνουμε τη Σπάρτη και τη Ρώμη με την Αθήνα της κλασικής εποχής και την φεουδαρχική μεσαιωνική Γαλλία θα δούμε σαφείς διαφορές. Με αυτόν τον συνδυασμό ανηλεούς βίας και παραχωρήσεων αναπαράγεται και η καπιταλιστική κυριαρχία – φασισμός και ναζισμός από τη μία, κοινοβουλευτική δημοκρατία και κράτος δικαίου και πρόνοιας από την άλλη.
ΣΤΙΣ μεταβατικές εποχές, όπως είναι η δική μας, μιας και ζούμε το τέλος και του δυτικού πολιτισμού και του καπιταλισμού, ενός τέλους που θα διαρκέσει καθ΄ όλο τον 21ο αιώνα, η σχέση μεταξύ βίας και παραχωρήσεων μετασχηματίζεται υπέρ της βίας και κατά των παραχωρήσεων, πολλές εκ των οποίων αίρονται και καταργούνται. Η επίθεση του νεοφιλελευθερισμού κατά του κράτους πρόνοιας και κατά ελευθεριών και δικαιωμάτων είναι μια σαφής ένδειξη υπέρ της ανατροπής της σχέσης παραχωρήσεων και βίας. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα των μεταβατικών εποχών είναι η συνύπαρξη πολλών κοινωνικών προβλημάτων τα οποία δεν επιλύονται, αν και η αντιμετώπισή τους είναι εφικτή. Δεν υπάρχει κοινωνικό πρόβλημα που να μην επιλύεται! Η εκάστοτε πλούσια και ισχυρή άρχουσα τάξη δεν θέλει να επιλυθούν. Διότι η επίλύσή τους επιφέρει την αναπόφευκτη μείωση του πλούτου και της ισχύος της – κι αυτό είναι ό,τι το χειρότερο μπορεί να της συμβεί: είναι ο εφιάλτης της που δεν την αφήνει να κοιμηθεί ήρεμη και γαλήνια. Όταν επιλύονται, επιλύονται επειδή έχει αναζωπυρωθεί ο κοινωνικός πόλεμος και έχουν νικήσει οι υποτελείς παραγωγοί – οι παραχωρήσεις της άρχουσας τάξης είναι αποτέλεσμα της νίκης των υποτελών παραγωγών , αν και μερικές φορές γίνονται αυτοβούλως, όπως με την παραχώρηση ελευθεριών και δημιουργίας οικογένειας στους δούλους όταν ο αριθμός τους άρχισε να μειώνεται, μετά το 200 μ. Χ., παραχώρηση που ήταν μία από τις συνθήκες συγκρότησης του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής. Η δραστική μείωση του χρόνου εργασίας στα εργοστάσια, αλλά και αλλού, ήταν μια παραχώρηση των καπιταλιστών λόγω της νίκης του προλεταριάτου στα τέλη του 19ου αιώνα, σε έναν κοινωνικό πόλεμο που ο κομβικός τρόπος διεξαγωγής του ήταν η απεργία: η συλλογική απουσία από τη μισθωτή εργασία, ο έλεγχος του κοινωνικού χωρόχρονου, η έγερση οδοφραγμάτων στον χρόνο, η δύναμη του συνόλου.
ΕΑΝ επιστρέψουμε στο παρόν και στη μεταβατική εποχή μας, θα παρατηρήσουμε ότι ουδέποτε άλλοτε στην παγκόσμια ιστορία, και όχι μόνο στην ιστορία του δυτικού πολιτισμού, υπάρχαν τόσο πολλά, τόσο οξυμμένα κοινωνικά προβλήματα, τα οποία, λόγω της παγκοσμιότητας του δυτικού πολιτισμού, είναι πια παγκόσμια. Τα οποία, από τη στιγμή που δεν επιλύονται, προκαλούν νέα (προβληματογένεση) και ούτω καθ΄ εξής. Και βέβαια δεν γίνεται να μην αναρωτηθούμε: γιατί δεν επιλύονται; Γιατί δεν είναι δυνατή η επίλυσή τους; Εμείς όμως δεχτήκαμε ως αξίωμα τη διαπίστωση ότι δεν υπάρχει κοινωνικό πρόβλημα που δεν είναι δυνατή, εφικτή η επίλυσή του – ούτε ένα! Ποια θα είναι η αθώα και αφελής απάντηση στο αθώο και αφελές ερώτημα που διατυπώσαμε; Δεν επιλύονται γιατί η πλούσια και ισχυρή άρχουσα τάξη δεν θέλει να επιλυθούν. Ενίοτε, δεν θέλουν ούτε οι υποτελείς, πάνω από το 70% του πληθυσμού – θα δούμε στη συνέχεια ένα σύγχρονο παράδειγμα. Και γιατί δεν θέλει να επιλυθούν; Δύο είναι οι λόγοι. Ο πρώτος: η ύπαρξη των κοινωνικών προβλημάτων νομιμοποιεί και δικαιολογεί την ύπαρξή της: είμαστε εδώ για να αντιμετωπίζουμε και να επιλύουμε τα προβλήματα, να σας προστατεύουμε από τις οδυνηρές συνέπειές τους. Όταν όμως επιχειρούν να επιλύσουν κάποιο από αυτά, το επιλύουν με γνώμονα το συμφέρον τους και την διαιώνιση της κυριαρχίας τους. Ο δεύτερος λόγος είναι ο πιο σημαντικός.
ΓΙΑ να επιλυθεί ένα κοινωνικό πρόβλημα απαιτείται α) η κατανόηση του προβλήματος, που είναι αποτέλεσμα ερευνών, συζήτησης, ελευθερίας έκφρασης, β) λήψη απόφασης από την πλειονότητα των υποτελών και υλοποίησή της, άρα πολύς ελεύθερος χρόνος και γ) απαιτείται η διοχέτευση κοινωνικού πλούτου προς το υπό επίλυση κοινωνικό πρόβλημα. Η πλούσια και ισχυρή άρχουσα τάξη δεν θέλει ούτε καν να ακούει αυτές τις προϋποθέσεις, της προκαλούν όχι δυσφορία και απέχθεια αλλά τρόμο και πανικό. Αυτή είναι η μεθοδολογία επίλυσης προβλημάτων που εφαρμόζουν οι υποτελείς – το έχουν κάνει πολλές φορές – , δεν είναι η μεθοδολογία της άρχουσας τάξης. Η μεθοδολογία της είναι ένα κράμα υποκρισίας και αποκλεισμού: κάνουν πώς νοιάζονται και όταν νοιάζονται, πιεζόμενοι από τη συγκυρία, αναθέτουν την επίλυση του προβλήματος σε κάποιους λίγους ειδικούς, επιστήμονες, που ξέρουν, ενώ εμείς δεν ξέρουμε. Εμείς που παράγουμε τον υλικό και άυλο κοινωνικό πλούτο δεν ξέρουμε και ξέρουν αυτοί που βρίσκονται μακριά και ψηλά, που παρακολουθούν και επιτηρούν και αρπάζουν την γνώση που παράγεται καθημερινά στα χαμηλότερα και χαμηλότατα επίπεδα της κοινωνικής οργάνωσης!
Η ύπαρξη πολλών και οξυμμένων παγκόσμιων κοινωνικών προβλημάτων πλήττει πάντα τους υποτελείς, δηλαδή, σήμερα την πλειονότητα του παγκόσμιου πληθυσμού – και την πλειονότητητα του πληθυσμου των χωρών, των καπιταλιστικών κοινωνιών, της Δύσης (ΗΠΑ, ΕΕ. Καναδάς, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία, Ιαπωνία, Ισραήλ). Τα κοινωνικά προβλήματα όταν δεν επιλύονται όχι μόνο γεννούν άλλα αλλά και επιδεινώνονται. Κατά συνέπεια, οι υποτελείς θα περιέρχονται σε ολοένα πιο δυσχερή θέση αντιμετωπίζοντας ολοένα περισσότερα προβλήματα. Ας προσγειωθούμε όμως αυτή τη στιγμή κι ας εστιάσουμε την προσοχή μας σε ένα από τα παγκόσμια κοινωνικά προβλήματα, που και επιδεινώνεται και προκαλεί κι άλλα, τα οποία κι αυτά επιδεινώνονται και προκαλούν άλλα: την κλιματική κρίση. Θέλαμε, επιδιώξαμε να συμβεί; Όχι, βέβαια! Δεν θα μπορούσε να γνωρίζαμε τις απώτατες συνέπειες όταν πριν εκατόν πενήντα χρόνια αρχίσαμε να χρησιμοποιούμε τα ορυκτά καύσιμα. Τώρα όμως γνωρίζουμε. Η κλιματική κρίση επιδεινώνει το πρόβλημα του παγκόσμιου λιμού και της μετανάστευσης. Ο παγκόσμιος λιμός δεν είναι κάτι που θα γίνει στο μέλλον, είναι ήδη εδώ, εμείς οι Δυτικοί δεν τον βλέπουμε, υπάρχει και πλήττει πολλές εκατοντάδες εκ. σε λίγα χρόνια και δισεκατομμύρια. Με την ακρίβεια των τροφίμων πλήττει ήδη και ένα πολύ μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Δύσης, ενώ ένα πολύ μεγάλο μέρος νοσεί και πεθαίνει από το πολύ φαΐ και τα δηλητηριασμένα με χημικές ουσίες συντήρησής τους τρόφιμα. Η κλιματική κρίση θα πλήξει την γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή όλων των κοινωνιών του πλανήτη, πολλές όμως θα πληγούν πολύ περισσότερο: των υποτροπικών ζωνών και της τροπικής ζώνης. Η μείωση της παραγωγής τροφίμων θα προκαλέσει τη μετανάστευση πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων προς τις περιοχές όπου υπάρχει τροφή – στις εύκρατες ζώνες, που σήμερα πλήττονται ελάχιστα αλλά δεν ξέρουμε τι θα γίνει αύριο. . .
ΕΛΑΤΕ λοιπόν να επιλύσουμε αυτά τα τρία παγκόσμια κοινωνικά προβλήματα. Τι λέτε, τι προτείνετε; Τα έχετε σκεφτεί; Εάν δεν τα έχετε σκεφτεί, γιατί δεν τα έχετε σκεφτεί; Επειδή δεν αντιμετωπίζετε κανένα από αυτά τα προβλήματα ή κάποια ή κάποια άλλα; Ή μήπως σας ενοχλεί αυτή η συζήτηση, αυτό το ενδιαφέρον; Τι σας ενοχλεί, αγάπες μου; Τι σας φέρνει σε δύσκολη θέση; Θα σας πω ευθύς αμέσως. Εάν θέλουμε να επιλύσουμε το πρόβλημα της κλιματικής κρίσης, θα πρέπει μειώσουμε δραστικώτατα την κατανάλωση των ορυκτών καυσίμων. Θα πρέπει δηλαδή, μεταξύ των άλλων, να μειώσουμε δραστικώτατα τις μετακινήσεις και τις μεταφορές, δηλαδή, τη χρήση του αυτοκινήτου και των φορτηγών, και να τις αντικαταστήσουμε κυρίως με το τρένο και με άλλα μέσα συλλογικής μετακίνησης (λεωφορεία και κοινόχρηστα αυτοκίνητα σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης). Θα δεχτείτε να καταργήσετε το αυτοκίνητό σας; Χλωμό, πολύ χλωμό το βλέπω. Κι αν καταργήσουμε το αυτοκίνητο και τα φορτηγά, θα αυξηθεί κατακόρυφα η ανεργία – η αεργία, καλύτερα. Πώς θα ζήσουν οι άεργοι; Θα τους δοθεί κοινωνικός πλούτος που δεν είναι αδέσποτος αλλά κατέχεται από την πλούσια και ισχυρή άρχουσα τάξη. Θα μειωθεί ο πλούτος τους, τα κέρδη τους, θα περιοριστεί η αρπακτικότητά τους, θα τεθούν όρια στην ελευθερία τους – εάν είναι δυνατόν!!! Θέλετε καθαρή, φτηνότατη και θρεπτική τροφή; Πάτε στα χωριά να την παραγάγετε; Θα πάτε; Σιγά μην πάτε!
Ο μετριασμός, και όχι κατ΄ ανάγκη η επίλυση, των συνεπειών των παγκόσμιων κοινωνικών προβλημάτων,που υφίσταται ή θα υποστεί το 70% του παγκόσμιου πληθυσμού, είναι εφικτός μόνο με την χρήση ενός πολύ μεγάλου μέρους του κοινωνικού πλούτου που έχει αρπάξει με τη βία και την απάτη η πλούσια και ισχυρή άρχουσα τάξη. Η οποία καταστρέφει ένα πολύ μεγάλο μέρος του κοινωνικού πλούτου με τις διαστημικές έρευνες, την πολεμική βιομηχανία, την βιομηχανία του αθλητισμού, του τουρισμού και της ψυχαγωγίας μόνο και μόνο για να μην διοχετευτεί στην επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων. Εάν θέλουμε να επιλύσουμε τα παγκόσμια κοινωνικά προβλήματα, η καταστροφή αυτή πρέπει να σταματήσει: ας επιλύσουμε τα κοινωνικά προβλήματα και μετά ας πάμε και στον Άρη. Δεν πρόκειται για σπατάλη, πρόκειται για καταστροφή, οργανωμένη, συνειδητή και προγραμματισμένη.
Ο παγκόσμιος υλικός κοινωνικός πλούτος είναι τεράστιος και μας επιτρέπει και να καλύψουμε στοιχειωδώς τις βασικές ανάγκες όλου του παγκόσμιου πληθυσμού και να χρησιμοποιήσουμε ένα μεγάλο μέρος από αυτόν για να επιλύσουμε τα παγκόσμια κοινωνικά προβλήματα. Μόνο αυτά δεν γίνονται. Η αντίφαση αυτή θα ωθήσει τον πληττόμενο παγκόσμιο πληθυσμό, την πλειονότητα, σε αντίδραση και αντίσταση. Η οποία θα εκφραστεί με εξεγέρσεις, διαδηλώσεις, καταστροφές, λεηλασίες, εμπρησμούς. Γνωρίζουμε ότι οι εξεγέρσεις πάντα ηττώνται. Η στρατιωτική υπεροχή των κρατών είναι συντριπτική. Τα κράτη προετοιμάζονται και βάζουν στο στόχαστρο τους καταλύτες της αντίδρασης και της αντίστασης – οργανώσεις και κόμματα της Αριστεράς, προσωπικότητας, κοινωνικά κινήματα, ελευθερίες και δικαιώματα: όλα αυτά θα χαρακτηριστούν τρομοκρατία. Η αυταρχικοποίηση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας έχει αρχίσει και θα επιταθεί, ενώ προωθείται και ενθαρρύνεται η συγκρότηση παραστρατιωτικών και ακροδεξιών ομάδων και οργανώσεων, που θα βγάλουν το φίδι από την τρύπα, όταν το κράτος δεν θα θέλει να χάσει και τα τελευταία απομεινάρια της νομιμότητας της ύπαρξής του και της λειτουργίας του.
Η ήττα μας είναι προδιαγεγραμμένη, είναι βέβαιη με μαθηματική ακρίβεια. Διατυπώνω το ερώτημα: Μπορούμε να νικήσουμε; Πώς;
ΘΑ απαντήσω αύριο το πρωί (Η διεξαγωγή του κοινωνικού πολέμου την εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης): Ναι, μπορούμε να νικήσουμε! Όχι με διαμαρτυρίες και εξεγέρσεις. Όχι, κατά κανένα τρόπο. Μπορούμε να νικήσουμε μόνο με έναν επαναστατικό τρόπο διεξαγωγής του κοινωνικού πολέμου, που θα εκκινήσει και μια επαναστατική διαδικασία.