να σας πω κάτι σοβαρό
να γελάσετε;
να σας πω κάτι σοβαρό
να γελάσετε;
Είμαι ερωτευμένος.
Με το χώμα.
περπατάω για να φτάσω τον ορίζοντα
μια μέρα η ζωή της παπαρούνας
κάποιος έγραψε
με αίμα
το όνομά του
στο τοίχο της φυλακής
Εργένης.
Αυτοκράτωρ.
Παντοκράτωρ.
Εργένης.
εσείς που περπατάτε
με τα χέρια στις τσέπες
να προσέχετε τους αγκώνες σας
συνάντησα τον Διάβολο προχτές
-πήγαινα για τσίπουρο στο λιμάνι, στον Γλάρο-
έκανε πως δε με είδε
έκανε πως δε με ξέρει
έσκυψε το κεφάλι (ντράπηκε;)
κι έφυγε
βιαζόταν
συνάντησα τον Διάβολο προχτές
αν είσαι διαμάντι
κόψε με
αν είσαι διαμάντι
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
Όταν ακούω ότι ‘η συνταγή είναι λάθος’ και ότι ‘καταστρέφεται η ελληνική οικονομία’, νιώθω τις λέξεις να πέφτουν πάνω μου με την ορμή που έπεφταν στους διαβόλους τα εκσφενδονιζόμενα από τους αγγέλους βουνά κατά τη διάρκεια της τρομερής μάχης που περιγράφεται από τον Μίλτον (Milton) στον Χαμένο Παράδεισό του (Paradise Lost). Εάν αυτοί που τα πιστεύουν αυτά είναι άγγελοι, εμείς που δεν τα πιστεύουμε είμαστε διάβολοι. Αλλά, εδώ και αρκετό καιρό, έχουμε δείξει ότι οι άγγελοι είναι οι ρουφιάνοι του Θεού, οι πληροφοριοδότες του, τα τσιράκια του και δεν χρειάζεται να αναφέρω ποιοι είναι οι επίγειοι άγγελοι.
Εάν η καταστροφική συνταγή είναι λάθος, ποια είναι η σωστή;
Πως είναι δυνατόν ο Κύριος να κάνει ένα τόσο μεγάλο λάθος;
Δεν θα ασχοληθώ με το ζήτημα κατά πόσο οι λέξεις δεν είναι καθόλου αθώες και ουδέτερες αλλά φορείς ιδεολογίας και παρασημάνσεων και θα εστιάσω την προσοχή στα ερωτήματα που διατύπωσα. Δεν είναι καθόλου δύσκολο να σκιαγραφήσουμε την σωστή συνταγή. Για ποιον όμως σωστή; Για τον Κύριο καπιταλιστή της παραγωγής και του χρήματος ή για τον υποτελή Παραγωγό του κοινωνικού πλούτου; Οι εκσφενδονίζοντες τις δίκην μιλτονικών βουνών κοινοτοπίες θεωρούν ότι η σωστή συνταγή είναι αυτή που συμφέρει και τους δύο, και τον καπιταλιστή Κύριο και τον υποτελή Παραγωγό!
Ας παραθέσουμε τον συλλογισμό τους: εάν εγώ πληρώνομαι καλά, εάν όλοι έχουν δουλείά, εάν οι συνταξιούχοι παίρνουν γενναιόδωρη σύνταξη, τότε θα υπάρχει κατανάλωση, θα κυκλοφορεί το χρήμα, θα κινείται το χρήμα στην αγορά, θα υπάρχει παραγωγή, δεν θα υπάρχει ανεργία, τα ασφαλιστικά ταμεία θα έχουν πόρους και το Κράτος πόρους από τους φόρους, άρα θα υπάρχει και ένα μεγαλόψυχο Κράτος πρόνοιας (welfare state). Είδατε που τους βολέψαμε όλους – κανένας δεν θα μείνει παραπονεμένος. Τόσο απλά είναι τα πράγματα! Γιατί όμως αυτό που σκέφτεται ένας απλός άνθρωπος της δουλείάς και της πιάτσας δεν μπορεί να το σκεφτεί ένας οικονομολόγος, ένας τραπεζίτης, ένας επενδυτής, ένας καπιταλιστής, ένας Κύριος; Γιατί να σπέρνουν λιτότητα και ανεργία και να θερίζουν ταραχές και εξεγέρσεις; Η απάντηση που δίνεται είναι η εξής: οι επενδυτές είναι κερδοσκόποι και τοκογλύφοι, είναι πλεονέκτες, είναι άρπαγες, οι καπιταλιστές κοιτάζουν μόνο το βραχυπρόθεσμο συμφέρον τους, δεν μπορούν να δουν μακριά.
Εμείς θα υποστηρίξουμε ότι ο Κύριος δεν κάνει λάθος διότι η συνταγή δεν είναι λάθος. Είναι πολύ σωστή, είναι θεόσωστη, είναι πολύ σωστή για τον Κύριο, άρα, ‘λάθος’ για μάς. Η σωστή συνταγή για μας, θα είναι ‘λάθος’ για τον Κύριο. Δεν υπάρχει, δεν μπορεί να υπάρξει λάθος ή σωστό και για τον Κύριο και για μας – είναι παντελώς αδύνατον. Τι σημαίνει σωστό; Σωστό είναι αυτό που μας σώζει και ό,τι μας σώζει, μας βοηθάει ώστε να επικρατήσουμε του αντιπάλου, να νικήσουμε τον εχθρό. Ο Σωτήρ είναι ο νικητής.
Οι εκσφενδονίζοντες τα βουνά των κοινοτοπιών πάνω στα κεφάλια μας δεν λαμβάνουν υπόψη τους δυο πολύ σημαντικά στοιχεία, τον ανταγωνισμό μεταξύ των καπιταλιστών, των ξεχωριστών κεφαλαίων, και τον διεθνή καταμερισμό της εργασίας. Επειδή το κείμενο αυτό θα το διαβάσει και το εδώ και 32 χρόνια φιλαράκι μου και αδερφάκι μου, ο Γιώργος, πρώην καλουπατζής και μάστοράς μου όταν δουλεύαμε μαζί, θα αποφύγω τις αναφορές μου στο Κεφάλαιο του Μαρξ και θα μιλήσω απλά και καθαρά.
Εάν δεν λάβουμε υπόψη μας έναν υπαινιγμό στην Ιλιάδα, την εικόνα-μεταφορά του κράτους ως πλοίου, που διατρέχει σοβαρούς κινδύνους μέσα στη τρικυμία, για πρώτη φορά στη δυτική λογοτεχνία και φαντασιακό, τη διαβάζουμε σε ένα έξοχης ωραιότητας τραγούδι (ποίημα ) του Αλκαίου (650-570 π. Χ. περίπου), τραγούδι που το τραγουδούσαν οι αριστοκράτες της παρέας του ποιητή τα παγερά βράδια στη Λέσβο πίνοντας κρασί, εν μέσω κοινωνικών και πολιτικών ταραχών. Θα παραθέσω παρακάτω τους πέντε πρώτους στίχους και θα τους μεταφράσω και με αυτό το τραγούδι (ποίημα) κατά νου θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε το ναυάγιο του Costa Concordia και τη συμπεριφορά του πλοιάρχου, αυτού του παραδειγματικού Κυρίου. Θα εστιάσω τη προσοχή μου σε δύο σημεία: στην έλλειψη, αδυναμία, ανικανότητα συντονισμού και τη φυγή του Κυρίου πλοιάρχου.
Αύριο το πρωί όμως γιατί τώρα θα κάνω ένα τσιγαράκι.
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
Θα μπορούσα να το διατυπώσω και διαφορετικά: κάθε οδηγός είναι δυνάμει ‘φονιάς’ – θα εξηγήσω στη συνέχεια γιατί ‘φονιάς΄και όχι φονιάς. Και βέβαια, ποιος πεζός είναι βέβαιος ότι δεν θα σκοτωθεί από κάποιο μηχανοεκσφενδονιζόμενο βληματόχημα; Κάθε πεζός είναι ένα δυνάμει θύμα του οδικού πολέμου. Έχω πλήρη επίγνωση, ως οδηγός ενός κινέζικου παπακιού που δεν τρέχει πάνω από 60 χιλ. την ώρα ότι μπορεί να σκοτώσω κάποιον άνθρωπο, όπως έχω επίσης πλήρη επίγνωση ότι μπορεί να με στείλει στον άλλο κόσμο και να βλέπω τα ραδίκια ανάποδα ένα οχηματόβλημα, αυτοκίνητο ή μοτοσικλέτα. Λυπάμαι βαθύτατα εάν εσείς δεν έχετε καταλήξει σε αυτήν την επίγνωση.
Ο θάνατος του Θεόδωρου Αγγελόπουλου ήταν ένας βίαιος θάνατος, δεν ήταν ένας φυσικός θάνατος. Θα μπορούσε να κοιμηθεί και να μην ξυπνήσει, θα μπορούσε να πεθάνει μέσα στη μπανιέρα του, θα μπορούσε να πεθάνει μπροστά στην τηλεόραση, όπως η μάνα μου. Ο οδηγός της μοτοσικλέτας ήθελε να σκοτώσει τον Αγγελόπουλο; Όχι, βέβαια, κατηγορηματικά όχι. Ήταν μια συνειδητή, μια εκ προθέσεως επιθετική κίνηση; Όχι, κατά κανένα τρόπο! Ήταν αυτοάμυνα; Όχι. Ήταν φόνος εξ αμελείας; Όχι. Ήταν φόνος από άγνοια; Όχι. Μα τι στο καλό ήταν;
Θα μπορούσε να φανταστεί ότι θα σκότωνε τον Αγγελόπουλο; Ούτε κατά διάνοια! Να όμως που έγινε! Είχε επίγνωση ότι μπορεί να σκότωνε κάποιον άνθρωπο; Αυτό δεν το γνωρίζω. Εικάζω όμως ότι δεν είχε, όπως δεν έχουν και όλοι σχεδόν οι οδηγοί μηχανοβλημάτων. Σε αυτά τα ερωτήματα θα επιχειρήσουμε να απαντήσουμε, φίλες και φίλοι, εφαρμόζοντας την θεωρία που έχω εκθέσει περί του αυτοκινήτου ως βλήματος, απλού, όταν χάνουμε τον έλεγχο, έξυπνου όταν σημαδεύουμε καλά – όταν οδηγάμε, σημαδεύουμε, αφού το αυτοκίνητο/μοτοσικλέτα είναι βλήμα.
Εάν το αυτοκινητόβλημα μοιάζει με όλμο, με βόμβα εδάφους- εδάφους, η μοτοσικλέτα μοιάζει με σφαίρα. Είναι και τα δύο βλήματα – η μόνη τους διαφορά είναι ότι το αυτοκίνητο καταλαμβάνει περισσότερο χώρο. Οπότε, στη συνέχεια του σημειώματος, ό,τι υποστηρίζω για το αυτοκίνητο ισχύει και για τη μοτοσικλέτα.
Η φύση του αυτοκινήτου αποκαλύπτεται όταν διατυπώσουμε το παρακάτω ερώτημα και δώσουμε μια απάντηση. Τρέχουμε με εκατό χιλιόμετρα και στα είκοσι μέτρα εμφανίζεται μπροστά μας ένα τρακτέρι που πάει να διασχίσει το δρόμο. Σε αυτά τα δυο, τρία δευτερόλεπτα, μέχρι το αυτοκίνητο και ο οδηγός γίνουν μια άμορφη μάζα λαμαρίνας και σάρκας, το αυτοκίνητο είναι αυτοκίνητο – ο οδηγός είναι οδηγός; Με άλλα λόγια: σε αυτήν την περίπτωση ισχύει ο ορισμός του αυτοκινήτου; Δεν ισχύει, φίλες και φίλοι. Είναι ένα όχημα το οποίο το κατευθύνει κατά βούληση ο οδηγός, δηλαδή μπορεί να στρίψει ή να σταματήσει ανά πάσα στιγμή; Όχι, κατά κανένα τρόπο. Όταν εμφανιστεί μπροστά μας το τρακτέρι, δεν μπορούμε ούτε να σταματήσουμε ούτε να αλλάξουμε κατεύθυνση – και δεν μπορούμε διότι δεν προλαβαίνουμε. Κι όταν δεν προλαβαίνουμε, δεν κάνουμε εμείς κουμάντο αλλά το αυτοκίνητο. Εμείς χάνουμε τον έλεγχο, είμαστε υποχείρια του αυτοκινήτου, το αυτοκίνητο αποκτά τη δική του βούληση, κάνει ό,τι θέλει αυτό, όχι εμείς.
Στη θέση του τρακτεριού βάλτε έναν πεζό, τον Θ. Αγγελόπουλο. Τι μπορούσε να κάνει ο οδηγός της μοτοσικλέτας; Απολύτως τίποτα. Γιατί; Εκθέτω ευθύς αμέσως την άποψή μου.