αν είσαι διαμάντι
κόψε με
αν είσαι διαμάντι
αν είσαι διαμάντι
κόψε με
αν είσαι διαμάντι
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
Όταν ακούω ότι ‘η συνταγή είναι λάθος’ και ότι ‘καταστρέφεται η ελληνική οικονομία’, νιώθω τις λέξεις να πέφτουν πάνω μου με την ορμή που έπεφταν στους διαβόλους τα εκσφενδονιζόμενα από τους αγγέλους βουνά κατά τη διάρκεια της τρομερής μάχης που περιγράφεται από τον Μίλτον (Milton) στον Χαμένο Παράδεισό του (Paradise Lost). Εάν αυτοί που τα πιστεύουν αυτά είναι άγγελοι, εμείς που δεν τα πιστεύουμε είμαστε διάβολοι. Αλλά, εδώ και αρκετό καιρό, έχουμε δείξει ότι οι άγγελοι είναι οι ρουφιάνοι του Θεού, οι πληροφοριοδότες του, τα τσιράκια του και δεν χρειάζεται να αναφέρω ποιοι είναι οι επίγειοι άγγελοι.
Εάν η καταστροφική συνταγή είναι λάθος, ποια είναι η σωστή;
Πως είναι δυνατόν ο Κύριος να κάνει ένα τόσο μεγάλο λάθος;
Δεν θα ασχοληθώ με το ζήτημα κατά πόσο οι λέξεις δεν είναι καθόλου αθώες και ουδέτερες αλλά φορείς ιδεολογίας και παρασημάνσεων και θα εστιάσω την προσοχή στα ερωτήματα που διατύπωσα. Δεν είναι καθόλου δύσκολο να σκιαγραφήσουμε την σωστή συνταγή. Για ποιον όμως σωστή; Για τον Κύριο καπιταλιστή της παραγωγής και του χρήματος ή για τον υποτελή Παραγωγό του κοινωνικού πλούτου; Οι εκσφενδονίζοντες τις δίκην μιλτονικών βουνών κοινοτοπίες θεωρούν ότι η σωστή συνταγή είναι αυτή που συμφέρει και τους δύο, και τον καπιταλιστή Κύριο και τον υποτελή Παραγωγό!
Ας παραθέσουμε τον συλλογισμό τους: εάν εγώ πληρώνομαι καλά, εάν όλοι έχουν δουλείά, εάν οι συνταξιούχοι παίρνουν γενναιόδωρη σύνταξη, τότε θα υπάρχει κατανάλωση, θα κυκλοφορεί το χρήμα, θα κινείται το χρήμα στην αγορά, θα υπάρχει παραγωγή, δεν θα υπάρχει ανεργία, τα ασφαλιστικά ταμεία θα έχουν πόρους και το Κράτος πόρους από τους φόρους, άρα θα υπάρχει και ένα μεγαλόψυχο Κράτος πρόνοιας (welfare state). Είδατε που τους βολέψαμε όλους – κανένας δεν θα μείνει παραπονεμένος. Τόσο απλά είναι τα πράγματα! Γιατί όμως αυτό που σκέφτεται ένας απλός άνθρωπος της δουλείάς και της πιάτσας δεν μπορεί να το σκεφτεί ένας οικονομολόγος, ένας τραπεζίτης, ένας επενδυτής, ένας καπιταλιστής, ένας Κύριος; Γιατί να σπέρνουν λιτότητα και ανεργία και να θερίζουν ταραχές και εξεγέρσεις; Η απάντηση που δίνεται είναι η εξής: οι επενδυτές είναι κερδοσκόποι και τοκογλύφοι, είναι πλεονέκτες, είναι άρπαγες, οι καπιταλιστές κοιτάζουν μόνο το βραχυπρόθεσμο συμφέρον τους, δεν μπορούν να δουν μακριά.
Εμείς θα υποστηρίξουμε ότι ο Κύριος δεν κάνει λάθος διότι η συνταγή δεν είναι λάθος. Είναι πολύ σωστή, είναι θεόσωστη, είναι πολύ σωστή για τον Κύριο, άρα, ‘λάθος’ για μάς. Η σωστή συνταγή για μας, θα είναι ‘λάθος’ για τον Κύριο. Δεν υπάρχει, δεν μπορεί να υπάρξει λάθος ή σωστό και για τον Κύριο και για μας – είναι παντελώς αδύνατον. Τι σημαίνει σωστό; Σωστό είναι αυτό που μας σώζει και ό,τι μας σώζει, μας βοηθάει ώστε να επικρατήσουμε του αντιπάλου, να νικήσουμε τον εχθρό. Ο Σωτήρ είναι ο νικητής.
Οι εκσφενδονίζοντες τα βουνά των κοινοτοπιών πάνω στα κεφάλια μας δεν λαμβάνουν υπόψη τους δυο πολύ σημαντικά στοιχεία, τον ανταγωνισμό μεταξύ των καπιταλιστών, των ξεχωριστών κεφαλαίων, και τον διεθνή καταμερισμό της εργασίας. Επειδή το κείμενο αυτό θα το διαβάσει και το εδώ και 32 χρόνια φιλαράκι μου και αδερφάκι μου, ο Γιώργος, πρώην καλουπατζής και μάστοράς μου όταν δουλεύαμε μαζί, θα αποφύγω τις αναφορές μου στο Κεφάλαιο του Μαρξ και θα μιλήσω απλά και καθαρά.
Εάν δεν λάβουμε υπόψη μας έναν υπαινιγμό στην Ιλιάδα, την εικόνα-μεταφορά του κράτους ως πλοίου, που διατρέχει σοβαρούς κινδύνους μέσα στη τρικυμία, για πρώτη φορά στη δυτική λογοτεχνία και φαντασιακό, τη διαβάζουμε σε ένα έξοχης ωραιότητας τραγούδι (ποίημα ) του Αλκαίου (650-570 π. Χ. περίπου), τραγούδι που το τραγουδούσαν οι αριστοκράτες της παρέας του ποιητή τα παγερά βράδια στη Λέσβο πίνοντας κρασί, εν μέσω κοινωνικών και πολιτικών ταραχών. Θα παραθέσω παρακάτω τους πέντε πρώτους στίχους και θα τους μεταφράσω και με αυτό το τραγούδι (ποίημα) κατά νου θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε το ναυάγιο του Costa Concordia και τη συμπεριφορά του πλοιάρχου, αυτού του παραδειγματικού Κυρίου. Θα εστιάσω τη προσοχή μου σε δύο σημεία: στην έλλειψη, αδυναμία, ανικανότητα συντονισμού και τη φυγή του Κυρίου πλοιάρχου.
Αύριο το πρωί όμως γιατί τώρα θα κάνω ένα τσιγαράκι.
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
Θα μπορούσα να το διατυπώσω και διαφορετικά: κάθε οδηγός είναι δυνάμει ‘φονιάς’ – θα εξηγήσω στη συνέχεια γιατί ‘φονιάς΄και όχι φονιάς. Και βέβαια, ποιος πεζός είναι βέβαιος ότι δεν θα σκοτωθεί από κάποιο μηχανοεκσφενδονιζόμενο βληματόχημα; Κάθε πεζός είναι ένα δυνάμει θύμα του οδικού πολέμου. Έχω πλήρη επίγνωση, ως οδηγός ενός κινέζικου παπακιού που δεν τρέχει πάνω από 60 χιλ. την ώρα ότι μπορεί να σκοτώσω κάποιον άνθρωπο, όπως έχω επίσης πλήρη επίγνωση ότι μπορεί να με στείλει στον άλλο κόσμο και να βλέπω τα ραδίκια ανάποδα ένα οχηματόβλημα, αυτοκίνητο ή μοτοσικλέτα. Λυπάμαι βαθύτατα εάν εσείς δεν έχετε καταλήξει σε αυτήν την επίγνωση.
Ο θάνατος του Θεόδωρου Αγγελόπουλου ήταν ένας βίαιος θάνατος, δεν ήταν ένας φυσικός θάνατος. Θα μπορούσε να κοιμηθεί και να μην ξυπνήσει, θα μπορούσε να πεθάνει μέσα στη μπανιέρα του, θα μπορούσε να πεθάνει μπροστά στην τηλεόραση, όπως η μάνα μου. Ο οδηγός της μοτοσικλέτας ήθελε να σκοτώσει τον Αγγελόπουλο; Όχι, βέβαια, κατηγορηματικά όχι. Ήταν μια συνειδητή, μια εκ προθέσεως επιθετική κίνηση; Όχι, κατά κανένα τρόπο! Ήταν αυτοάμυνα; Όχι. Ήταν φόνος εξ αμελείας; Όχι. Ήταν φόνος από άγνοια; Όχι. Μα τι στο καλό ήταν;
Θα μπορούσε να φανταστεί ότι θα σκότωνε τον Αγγελόπουλο; Ούτε κατά διάνοια! Να όμως που έγινε! Είχε επίγνωση ότι μπορεί να σκότωνε κάποιον άνθρωπο; Αυτό δεν το γνωρίζω. Εικάζω όμως ότι δεν είχε, όπως δεν έχουν και όλοι σχεδόν οι οδηγοί μηχανοβλημάτων. Σε αυτά τα ερωτήματα θα επιχειρήσουμε να απαντήσουμε, φίλες και φίλοι, εφαρμόζοντας την θεωρία που έχω εκθέσει περί του αυτοκινήτου ως βλήματος, απλού, όταν χάνουμε τον έλεγχο, έξυπνου όταν σημαδεύουμε καλά – όταν οδηγάμε, σημαδεύουμε, αφού το αυτοκίνητο/μοτοσικλέτα είναι βλήμα.
Εάν το αυτοκινητόβλημα μοιάζει με όλμο, με βόμβα εδάφους- εδάφους, η μοτοσικλέτα μοιάζει με σφαίρα. Είναι και τα δύο βλήματα – η μόνη τους διαφορά είναι ότι το αυτοκίνητο καταλαμβάνει περισσότερο χώρο. Οπότε, στη συνέχεια του σημειώματος, ό,τι υποστηρίζω για το αυτοκίνητο ισχύει και για τη μοτοσικλέτα.
Η φύση του αυτοκινήτου αποκαλύπτεται όταν διατυπώσουμε το παρακάτω ερώτημα και δώσουμε μια απάντηση. Τρέχουμε με εκατό χιλιόμετρα και στα είκοσι μέτρα εμφανίζεται μπροστά μας ένα τρακτέρι που πάει να διασχίσει το δρόμο. Σε αυτά τα δυο, τρία δευτερόλεπτα, μέχρι το αυτοκίνητο και ο οδηγός γίνουν μια άμορφη μάζα λαμαρίνας και σάρκας, το αυτοκίνητο είναι αυτοκίνητο – ο οδηγός είναι οδηγός; Με άλλα λόγια: σε αυτήν την περίπτωση ισχύει ο ορισμός του αυτοκινήτου; Δεν ισχύει, φίλες και φίλοι. Είναι ένα όχημα το οποίο το κατευθύνει κατά βούληση ο οδηγός, δηλαδή μπορεί να στρίψει ή να σταματήσει ανά πάσα στιγμή; Όχι, κατά κανένα τρόπο. Όταν εμφανιστεί μπροστά μας το τρακτέρι, δεν μπορούμε ούτε να σταματήσουμε ούτε να αλλάξουμε κατεύθυνση – και δεν μπορούμε διότι δεν προλαβαίνουμε. Κι όταν δεν προλαβαίνουμε, δεν κάνουμε εμείς κουμάντο αλλά το αυτοκίνητο. Εμείς χάνουμε τον έλεγχο, είμαστε υποχείρια του αυτοκινήτου, το αυτοκίνητο αποκτά τη δική του βούληση, κάνει ό,τι θέλει αυτό, όχι εμείς.
Στη θέση του τρακτεριού βάλτε έναν πεζό, τον Θ. Αγγελόπουλο. Τι μπορούσε να κάνει ο οδηγός της μοτοσικλέτας; Απολύτως τίποτα. Γιατί; Εκθέτω ευθύς αμέσως την άποψή μου.
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
Αποτελεί κοινό τόπο η διαπίστωση ότι ζούμε, ή μάλλον θα ζήσουμε οσονούπω, μια εποχή ταραχών. Η πανθομολογούμενη αυτή διαπίστωση εγείρει πληθώρα ερωτημάτων. Πόσο θα διαρκέσει αυτή η εποχή; Πως θα μετεξελιχθεί η κατανομή της ισχύος (‘ο συσχετισμός των δυνάμεων’) κατά τη διάρκεια αυτής της εποχής; Θα μάθουμε να πολεμάμε κατά τη διάρκεια της εποχής των ταραχών και των εξεγέρσεων; Θα σκεφτούμε δηλαδή και θα συζητήσουμε επί του ζήτήματος της διεξαγωγής του κοινωνικού πολέμου;Θα μετεξελιχθούν οι εξεγέρσεις σε κοινωνική επανάσταση;
Είναι παντελώς αδύνατον να ορίσουμε μια ημερομηνία λήξης, έστω και κατά προσέγγιση – δεν έχει και νόημα άλλωστε. Αυτό για το οποίο είμαστε βέβαιοι είναι ότι όλος ο 21ος αιώνας θα είναι μια ιδιαίτερα ταραγμένη εποχή. Δεν είναι κάτι που το θέλει και το επιδιώκει ο Κύριος, είναι κάτι που δεν μπορεί να το αποφύγει. Και δεν μπορεί να το αποφύγει λόγω της συρρίκνωσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και του Κράτους. Έχοντας βαθύτατη επίγνωση αυτής της εξέλιξης ο Κύριος προετοιμάζεται πυρετωδώς. Η προετοιμασία αυτή αφορά το ακόνισμα, το λάδωμα των μέσων διεξαγωγής του κοινωνικού πολέμου όπως αυτός τον διεξάγει: αρπαγή ολοένα και περισσότερου κοινωνικού πλούτου, όπλα, εκφοβισμός, απάτη και χρήμα. Ο σκοπός του είναι να καταστήσει τους Υποτελείς παντελώς ανίκανους να πολεμήσουν: να είναι φοβισμένοι, απομονωμένοι και αποβλακωμένοι.
Μια πτυχή της μεταβατικότητας της εποχής μας είναι η εγκατάλειψη των μέσων πάλης του παρελθόντος, της ιστορικής Αριστεράς (και όχι μόνο) και η διαμόρφωση νέων. Οι υποτελείς Παραγωγοί θέλουν να πολεμήσουν αλλά δεν γνωρίζουν πως. Έχουν αποκηρύξει την ένοπλη επαναστατική βία – νομίζω πως είναι σαφές. Κι αυτό είναι σοφία και διορατικότητα πολή μεγάλης σημασίας. Όπλα στα χέρια τους δεν θα ξαναπιάσουν. Αυτό για μένα είναι προϋπόθεση νίκης, αναγκαία συνθήκη όχι όμως και επαρκής. Εάν στα όπλα του Κυρίου προβάλλεις τα δικά σου όπλα, τότε πολεμάς όπως ο Κύριος – και όποιος πολεμάει όπως ο Κύριος έχει ηττηθεί πριν καν αρχίσει ο πόλεμος.
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
Εικάζω, φίλες και φίλοι, ότι μάλλον ο ταλαίπωρος και σοφός Θερβάντες θα ήθελε να αγοράσει μερικά πρόβατα και όχι ο επίσης ταλαίπωρος και σοφοτρελός Δον Κιχότης – εκτός εάν τα δύο αυτά πρόσωπα είναι ένα και το αυτό. Και μάλλον είναι.
Τελικά, ο Θερβάντες δεν αγόρασε πρόβατα, βρήκε άλλους τρόπους να επιβιώσει. Σε εποχές κρίσης, η επιβίωση είναι όντως ένα δισεπίλυτο πρόβλημα. Κρίση σημαίνει απόφαση, συλλογική και ατομική. Όταν δεν υπάρχουν συλλογικές αποφάσεις, όταν δεν μπορούμε να λύσουμε συλλογικά το πρόβλημα της επιβίωσης, τότε αναγκαζόμαστε να αποφασίσουμε ατομικά. Νομίζετε ότι είναι εύκολο να αποφασίσουμε; Εάν δεν είναι, γιατί δεν είναι;
Παρατηρήσαμε χτες ότι η υγεία, σωματική και ψυχική, και η κοινωνική μας κατάσταση είναι μια δυναμική ισορροπία, η οποία ενδέχεται να ανατραπεί ανά πάσα στιγμή, και ειδικά σε εποχές οικονομικής και κοινωνικής κρίσης και ανατροπής. Δεν υπάρχει υγεία – ανά πάσα στιγμή μπορεί να αρρωστήσεις. Δεν υπάρχει κοινωνική βεβαιότητα – σήμερα έχεις δουλείά, αύριο είσαι άνεργος. Αυτές είναι καταστάσεις τις οποίες δεν μπορούμε να ελέγξουμε, δεν είμαστε αφεντικά στο σπίτι μας – εννοώ στο σώμα μας, στη ψυχή μας, στην κοινωνική κατάστασή μας.
Εκτός από αυτά, υπάρχουν και οι προσωπικές ιδιομορφίες και ιδιαιτερότητες. Θα σας μιλήσω για μένα, μιας και αρχίσαμε να γνωριζόμαστε, και δεν θα το ξανακάνω, μα την Παναγία. Θα το ξανακάνω όταν θα έχω αγοράσει ήδη τα πρόβατα.
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
Εάν η κοινωνική επανάσταση είναι εμφύλιος πόλεμος, με όποιο τρόπο κι αν διεξάγεται, εμφύλιος πόλεμος είναι και η πνευματική επανάσταση που προηγείται και συνεχίζει να εκτυλίσσεται ταυτόχρονα με την κοινωνική. Ο εμφύλιος πνευματικός πόλεμος έχει δύο όψεις, τη δημόσια και την ατομική (προσωπική). Σε δημόσιο επίπεδο, εμφανίζεται ως ένα πλέγμα συγκρούσεων οι οποίες πηγάζουν από την κομβική σύγκρουση μεταξύ της κυριαρχικής σχέσης (διαταγή/υπακοή/εκτέλεση) και της κομμουνιστικής (πρόταση/συνεργασία).
Η σύγκρουση προϋποθέτει ανασφάλεια, αμφιβολία, δοκιμές και πειραματισμούς, δειλά βήματα που παίρνουν τη μορφή της αμφιταλάντευσης, της ρωγμής, του υπαινιγμού, της διακοπής, της παρέκβασης του νέου μέσα στο παλιό, της ασυνέχειας. Συμμαθητής από το δημοτικό, μηχανοδηγός στον ΟΣΕ, μου λέει, Σάκη, να κοπούν τα χέρια μου αν πάω να ψηφίσω – βαμένα μπλε μυαλά, φανατικός νεοδημοκράτης. Είδα στην τηλεόραση έναν τύπο να κλαίει επειδή κατέθεσε τις πινακίδες του ενός και μοναδικού αυτοκινήτου που είχε, μιας και δεν μπορούσε να το συντηρήσει. Κάποιος άλλος ξηλώνει το γκαζόν του σπιτιού του και φτιάχνει λαχανόκηπο. Ένα άλλο ζευγάρι θέλει να φύγει από τη Θεσσαλονίκη και θέλει να ασχοληθεί με την καλλιέργεια της γης και δεν έχει που να πάει. Αυτοί που έχουν, εγκαταλείπουν την πόλη και επιστρέφουν στο χωριό τους.
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
Προτείνω τη μεταγραφή Σέξπειρ, ενός Shakespeare που έχει πείρα στον έρωτα, με την οποία πείρα έχει ασχοληθεί ο Ρενέ Ζιράρ ( στις ‘Φλόγες της ζηλοτυπίας’, εφαρμόζοντας την θεωρία της μιμητικής επιθυμίας), αλλά ο φίλος μου Θόδωρας αντιπροτείνει το Σέξπυρ και δεν έχουμε λόγους να μην την κάνουμε δεκτή.
Ο Σέξπειρ είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της επαρχιακής οικουμενικότητας. Η επαρχιακή οικουμενικότητα είναι μια έννοια που καταγράφει την ανάδειξη μιας έφρασης που διατυπώνεται σε μια επαρχία της εκάστοτε γνωστής οικουμένης, του υπερτοπικού χώρου εκλαμβανομένου ως οικουμένη, σε οικουμενική έκφραση, σε μια έκφραση που αποσπά τον θαυμασμό και την προσοχή πέραν των τοπικών ορίων της και γίνεται κοινός πλούτος. Την εποχή που έζησε ο Σέξπειρ, τέλη του 16ου και αρχές του 17ου αιώνα, τα όρια της οικουμένης όχι μόνο είχαν διασταλεί αλλά διευρύνονταν με έναν ρυθμό διαρκώς επιταχυνόμενο. Το κέντρο αυτής της οικουμένης ήταν οι μοναρχίες, τα απολυταρχικά κράτη της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης – η Αγγλία ήταν μια επαρχία. Σήμερα, μετά από τέσσερις αιώνες ακριβώς, η διεύρυνση της οικουμένης αγγίζει τα όρια της σε τέτοιο βαθμό και σε τέτοια ένταση ώστε φτάσαμε στο σημείο να μην μπορεί να υπάρξει επαρχία, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να υπάρξει πλέον επαρχιακή οικουμενικότητα.
Ένα άλλο γνωστό παράδειγμα επαρχιακής οικουμενικότητας ήταν ο Χριστός, ένας λογοτεχνικός ήρωας. Το ζήτημα της ιστορικότητας του Χριστού με αφήνει αδιάφορο, όχι όμως και οι συνθήκες που εμφανίστηκε αυτός ο λογοτεχνικός ήρωας, από το 100 έως το 300 μ. Χ. [Να σας υπενθυμίσω ότι την εισαγωγή της χρονολογίας σε π. Χ. και μ. Χ. την οφείλουμε στον (θεωρούμενο ως) πρώτο Άγγλο συγγραφέα, τον Βέδα τον αιδέσιμο (672-735)] Η ταχύτατη διάδοση και επικράτηση μιας εβραϊκής θρησκευτικής αίρεσης, η οποία με τον Παύλο και τους συντάκτες των Ευαγγελίων μετεξελίχθηκε σε χριστιανισμό οφείλεται στο γεγονός ότι η διδασκαλία του λογοτεχνικού ήρωα Χριστού βρήκε γόνιμο έδαφος για να φυτρώσει και να πολλαπλασσιαστεί – τώρα ζούμε τη φάση της απολιθωματοποίησης. Ποιο ήταν αυτό το γόνιμο έδαφος;
Δεν μπορεί παρά να ήταν μια επιθυμία. Ποια επιθυμία, ποιων ανθρώπων;
Ήταν μια συλλογική επιθυμία, ένας οικουμενικός πόθος. Κάθε φορά που σχηματίζεται μια οικουμένη, και η Κυριαρχία δεν μπορεί παρά να την σχηματίζει αναπόφευκτα (εξ ου και η ‘Αυτοκρατορία’ των Νέγκρι και Χαρντ) δημιουργείται κι ένας κοινός πόθος μεταξύ των Υποτελών, ο οποίος έρχεται σε ολοφάνερη αντίθεση με τον πόθο του Κυρίου, τον οποίον ο Βιργίλιος διατύπωσε στην Αινειάδα του: imperium sine fine – Κυριαρχία χωρίς τέλος, αιώνια Κυριαρχία.
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
σήμερα έχω γενέθλια και γιορτή, κλείνω τα 53 – εάν γεννιόμουνα κορίτσι θα με λέγανε Τριανταφυλλιά, οπότε, το πλήρες όνομά μου είναι
Αθανάσιος Τριανταφυλλιά Δρατζίδης
και δεν θα ενοχληθώ καθόλου, ίσα ίσα θα χαρώ πολύ, εάν με φωνάζετε και Τριανταφυλλιά.
Για τη παρέα που κάναμε όλο αυτό το χρόνο, σας χαρίζω τις πρώτες σελίδες από ένα κείμενο στο οποίο έχω δώσει τον τίτλο Τσαντιλιάδα (24 ραψωδίες). Υιοθετώντας τη ρήση του Κάντ ότι η Γαλλική Επανάσταση είναι μεγάλο γεγονός διότι μας αναγκάζει να ξανασκεφτούμε, θεωρώ ότι τα γεγονότα του 20ου αιώνα και των πρώτων ετών του 21ου μας αναγκάζουν να ξανασκεφτούμε τη γένεση, την ιστορία, το παρόν και το μέλλον του δυτικού πολιτισμού. Αυτό επιχειρώ να κάνω με την Τσαντιλιάδα.
ραψωδία Α
Να σι φαν τα σκλιά να σι φαν, άκουσε μέσα του τη χλευαστική φωνή του αδερφού του ο Χρύσης και τον είδε, λες κι ήταν εδώ, μπροστά, να τον κυνηγάει με ένα σκουπόξυλο στη αυλή του σπιτιού τους κι αυτός να ανεβαίνει στη ροδακινιά, γελώντας, από όπου κατέβαινε συνήθως μια γάτα με ένα πουλί στο στόμα, καθώς είδε ένα σκυλί να τραβάει με το στόμα τα έντερα από τη κοιλιά ενός νεκρού, ενός νεκρού ξαπλωμένου ανάσκελα καμιά εικοσαριά βήματα από την ακρογιαλιά, ενός νεκρού που δεν ήταν Τρώας αλλά ήταν παλικαράκι, κι άλλο ένα να προσπαθεί να αποσπάσει ένα κομμάτι σάρκας από το λαιμό. Ένα άλλο, λίγο πιο πέρα, έτρωγε το συκώτι, συκώτι πρέπει να ήταν. Ένας γύπας κάθονταν στη κορυφή μιας νεκρής, καμένης, κεραυνόπληκτης βελανιδιάς, κάθονταν σκεφτικός κι αναποφάσιστος. Δεν ήταν θεός, ή θεά, ένας γύπας ήταν. Ένας γύπας που σκέφτονταν εάν τον έπαιρνε να τη πέσει στα σκυλιά, ένας γύπας που έθεσε στον εαυτό του το ερώτημα, “ποιος είναι πιο ισχυρός, εγώ ή τα σκυλιά;” και η αδυναμία του να απαντήσει ήταν η απάντηση.
Τα σκυλιά τον είδαν αλλά ήταν μπουκωμένα και δεν γάβγισαν. Δεν ήταν άγρια σκυλιά, ήταν σκυλιά των ηρώων, ήταν τσοπανόσκυλα, πιο άγρια από τα άγρια, μοβόρικα και θρασύδειλα, ζούσαν με πτώματα, σκυλιά που τον είχαν τρομάξει όταν ήταν πιτσιρικάς, σκλιά που τα είχε φοβηθεί, σκλιά που τον έκαναν να τα κάνει πάνω του και να πάει στη μάνα του χεσμένος, δεν πειράζει, Χρύση, δε πειράζει, θα σε πλύνω, αγόρι μου, δε πειράζει, έτσι ήρθαν τα πράματα, κάθε εμπόδιο για καλό, σκλιά που τον δάγκωσαν στο δεξί του κωλομέρι, δεν τα είχε κλείσει τα οχτώ, πήγαινε στη Τρίτη, σκλιά με δόντια σουβλερά, τα ένιωσε καθώς μπήγονταν στα σάρκα του, σκλιά που δε θα τα ξεχάσει, ούτε αυτά ούτε τα αφεντικά τους, σκλιά ψοφοδεή και θρασύδειλα, αρκεί να ορμούσες πάνω τους τρέχοντας, ουρλιάζοντας, με ανοιχτά τα χέρια, σκλιά ηρωικά, σκλιά που νόμιζαν ότι θα τα πιάσεις, έβαζαν την ουρά στα σκέλια τους, έκαναν μεταβολή και την έκαναν, ολόιδια τα αφεντικά τους που λένε στα πρόβατά τους να μην ξύνονται στη γκλίτσα του τσομπάνη. Τον είδαν, τον γνώρισαν, κάνα δυο από αυτά είχαν δοκιμάσει στη πλάτη τους τι θα πει να τρως μαγκουριά, και μάλιστα από κρανιά, από τα χέρια του Χρύση, του σοφού Χρύση, κι έκαναν πως δεν τον ξέρουν. Όπως και τ΄ αφεντικά τους.
Ξύπνησε πριν η Αυγή αφήσει την αγκαλιά του Τιθωνού για να φέρει το φως στους θνητούς και τους θεούς, στους εργάτες και τους τραπεζίτες, όπως
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
‘Μπαμπά, μπαμπά, κοίτα, αυτός περπατάει στον αέρα και δε πέφτει και μόλις καταλάβει ότι περπατάει στον αέρα πέφτει – δεν έχει πλάκα;’
Έχει μεγάλη πλάκα, Αποστολία!
Και τώρα βέβαια θα έχετε την περιέργεια να μάθετε ποιος έχει μια απόλυτα ρεαλιστική επαφή με την πραγματικότητα. Μα η μεγάλη μου αγάπη, ο μεγάλος μου έρωτας, η μεγάλη μου αδυναμία – ο Φώτης Κουβέλης, προχτές στην τηλεόραση τον άκουσα. Έχω την εντύπωση ότι μοιραζόμαστε την ίδια βεβαιότητα: εάν ξεσπάσει αύριο, μεθαύριο μια κοινωνική επανάσταση, ο Φώτης Κουβέλης θα ταχθεί με το μέρος των σωτήρων της χώρας, της πατρίδας, της οικονομίας, δηλαδή του Καπιταλισμού, της Κυριαρχίας, του Κράτους, του Χρήματος, της Δημοκρατίας, του Δυτικού Πολιτισμού. Λυπάμαι πολύ, εάν κάποιος δεν είναι και πολύ βέβαιος, δεν έχει δηλαδή μια απόλυτα ρεαλιστική επαφή με την πραγματικότητα.
Να λοιπόν που οι πραγματικότητες έγιναν ξαφνικά δύο. Και δεν μπορεί να μην είναι δύο, διότι δεν μπορεί να υπάρχει μία πραγματικότητα. Υπάρχει η πραγματικότητα της επιφάνειας και η πραγματικότητα του βάθους. Υπάρχουν τα καταπράσινα λιβάδια, τα ρυάκια με τα καλάμια και τα πλατάνια, εν μέσω λόφων κατάφυτων με ρείκια, κουμαριές και πουρνάρια και υπάρχουν και οι τεκτονικές πλάκες που δεν φαίνονται με το μάτι. Τις τεκτονικές αυτές πλάκες δεν τις βλέπουμε, υπάρχουν όμως και μάλιστα επηρεάζουν την επιφάνεια της γης και τους κατοίκους της. Όταν ο σεισμός κατεδαφίσει πόλεις και χωριά, όταν τα ηφαίστεια σκεπάζουν τις Πομπηίες και τα Ακρωτήρια, τότε αυτή η πραγματικότητα έρχεται στην επιφάνεια με τον δικό της αναπόφευκτο αλλά και αδήριτο τρόπο.