Εδώ και πολλά χρόνια προσπαθώ αφενός να κατανοήσω τις δυνατότητες της εποχής μας και αφετέρου να εντοπίσω τις επιθυμίες των Υποτελών, Παραγωγών και μη. Με ενδιαφέρει όμως και κάτι άλλο κι αυτό το ενδιαφέρον γίνεται επίκαιρο λόγω της σχέσης που έχει με τον φασισμό/ναζισμό: ποια είναι η στάση των Υποτελών όχι μόνο απέναντι στις δυνατότητες της εποχής αλλά και απέναντι στις ίδιες τους τις επιθυμίες;
Μάιος 2012
όταν μισούμε αυτά που επιθυμούμε (1)
το σημερινό σημείωμα το αφιερώνω στην Ηλέκτρα
Ποιος, ποια έχει επίγνωση των δυνατοτήτων τις εποχής μας;
Πριν απαντήσω, ας παραθέσω άλλη μια φορά τις δυνατότητες της εποχής μας: Ο πλούτος που παράγουμε σήμερα παγκοσμίως φτάνει και περισσεύει για να ζήσουμε όλοι και όλες καλύπτοντας τις βασικές ανάγκες της τροφής, στέγης, ένδυσης, μετακίνησης, ενέργειας, εκπαίδευσης – τον πλούτο αυτόν μπορούμε να τον παραγάγουμε εργαζόμενοι δυο μήνες τον χρόνο.
Ποιος λοιπόν έχει πλήρη και συνειδητή επίγνωση των δυνατότητων της εποχής μας;
Ο Κύριος, φίλες και φίλοι, ο Κύριος – και τα τσιράκια του (σύμβουλοι, πολιτικοί, δημοσιογράφοι, διανοούμενοι, συγγραφείς, καλλιτέχνες, κ.α.). Το ότι έχει, έχουν πλήρη επίγνωση΄των δυνατοτήτων τον/τους επιτρέπουν να διεξαγάγουν τον κοινωνικό πόλεμο αποτελεσματικά. Ξέρουν πολύ καλά τι θέλουν:
να μην αποκτήσουν οι υποτελείς συνείδηση των δυνατοτήτων της εποχής μας
να καταστρέψουν τις δυνατότητες της εποχής μας
να μισήσουν οι υποτελείς τις δυνατότητες της εποχής μας
Ποιος άλλος έχει επίγνωση των δυνατοτήτων της εποχής μας; Ένα ςπολύ μικρός αριθμός γυναικών και ανδρών που βρίσκονται πέραν της ιστορικής Αριστεράς.
‘Dès la prise du pouvoir, le gouvernement nazi offre au prolétariat allemand sports et transports’
‘Μόλις πήρε την εξουσία, η ναζιστική κυβέρνηση πρόσφερε στο γερμανικό προλεταριάτο sports και transports’, αθλητισμό και μεταφορές, δηλαδή, αθλητισμό και αυτοκίνητο, παρατηρεί ο Πολ Βιριλιό στο πιο σημαντικό του βιβλίο (αμετάφραστο στα ελληνικά – γιατί;), Ταχύτητα και Πολιτική (Vitesse et Politique, εκδ. Galilée, 1977, σελ. 33). Volkswagen – αυτοκίνητa για το λαό! Wir leben Autos, που λέει σήμερα και η διαφήμιση – ζούμε τα αυτοκίνητα! Εν τω μεταξύ, κάνα δυο δεκαετίες πριν, στο αμερικάνικο προλεταριάτο είχε αρχίσει να προσφέρει αυτοκίνητο η αυτοκινητοβιομηχανία Ford, η οποία εν ριπή οφθαλμού σταμάτησε την παραγωγή κινητήρων και το έρριξε στην παραγωγή πυροβόλων κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μιας και οι κινητήρες και τα πυροβόλα παράγονται με τις ίδιες εργαλειομηχανές – τό ίδιο έκανε και η Σιτροέν στη Γαλλία κι άλλες αυτοκινητοβιομηχανίες σε όλες τις άλλες ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. (Έχουμε δείξει ότι ο κινητήρας τελειοποιήθηκε από οπλουργούς και σε χώρες με πολεμική βιομηχανία). Μεταξύ αυτών των δύο προσφορών, ο ιταλικός φουτουρισμός (Μαρινέτι) είχε υμνήσει τη μηχανή ως μέσο Καθυπόταξης της φύσης, κατά συνέπεια, και των Υποτελών. Δεν μας επιτρέπεται να μην αναρωτηθούμε: στο ελληνικό προλεταριάτο ποιος πρόσφερε sports and transports;
Θα έλεγα ότι sports πρόσφερε η δικτατορία των συνταγματαρχών και transports (αυτοκίνητο) η κυβέρνηση του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος. Από οικονομικής έποψης, εάν δούμε τον φασισμό/ναζισμό ως μια στιγμή της καπιταλιστικής επέκτασης, τότε ο φασισμός/ναζισμός δεν έκανε τίποτα άλλο από το να προωθήσει αποφασιστικά την προϋπάρχουσα καπιταλιστική τάση της εμπορευματοποίησης του αθλητισμού και του αυτοκινήτου, της μαζικής (προλεταριακής) ενασχόλησης με τον αθλητισμό και χρήσης του αυτοκινήτου. Εάν σήμερα κυριαρχεί ο αθλητισμός και το αυτοκίνητο, το οφείλουμε εν πολλοίς στον φασισμό/ναζισμό/δικτατορία. Ας ρίξουμε μια ματιά τριγύρω μας κι ας αναρωτηθούμε: τι άλλο οφείλουμε εν πολλοίς στον φασισμό/ναζισμό; Μήπως τα μαζικά μέσα ενημέρωσης; Μήπως τις διακοπές και τον τουρισμό; Μήπως τη λατρεία της φύσης και τον γυμνισμό; Μήπως την υποχρεωτική εκπαίδευση; Μήπως τα χημικά στα τρόφιμα; Μήπως τα χημικά στα καλλυντικά; Τη λατρεία της νεότητας; Το πρότυπο του γυναικείου και ανδρικού κορμιού; Μήπως το μιλιτέρ μοντελάκι στον ρουχισμό;
ψυχοθεραπεία και επανάσταση
το σημερινό σημείωμα το αφιερώνω στη Γεωργία
Μες στα μισά του δρόμου της ζωής μας, /σε δρόμο βρέθηκα σκοτεινιασμένο / γιατί είχα το σωστό δρόμο χαμένο. / Αχ! και τι δύσκολο να το ιστορήσω / το θρασεμένο κι άγριο εκείνο δάσος, /που φόβο η θύμησή του ξαναφέρνει! / Πικρότερος λιγάκι μόνο ο Χάρος. / Μα για να πω και το καλό που βρήκα, . . . (μτφρ. Γιωργής Κότσιρας).
Αυτοί, φίλες και φίλοι, είναι οι πρώτοι στίχοι της Θείας Κωμωδίας του Ντάντε (Δάντης, Dante), οι πρώτοι στίχοι της Κόλασης. Στα μισά του δρόμου είναι η ηλικία των 35 ετών, πάνω κάτω, για άνδρες και γυναίκες. Το σκοτεινιασμένο δάσος είναι η αμαρτωλή ζωή, χριστιανικά μιλώντας. Ο σωστός δρόμος είναι ο ενάρετος δρόμος, χριστιανικά μιλώντας. Μιας όμως και δεν είμαστε χριστιανοί, εγώ τουλάχιστον, το σκοτεινιασμένο δάσος και ο σωστός δρόμος είναι κάτι άλλο – θα δούμε σήμερα τι είναι. Κατά τα άλλα, τα πράγματα έχουν όπως μας τα λέει ο ποιητής. Η δεκαετία 25-35 (1984-1994) ήταν η δυσκολότερη, η οδυνηρότερη περίοδος της ζωής μου – πικρότερος λιγάκι μόνο ο Χάρος. Τον πλησίασα όταν μόνος στην Αθήνα, κοντά στα μισά του δρόμου, Ιούλιος, άφραγκος, σε μια κρίση πανικού μια έντονη επιθυμία θανάτου με οδήγησε στο μπαλκόνι του πέμπτου ορόφου. Ο θάνατος με έσπρωχνε να πηδήσω , η ζωή με τραβούσε να ζήσω. Ο θάνατος με έσπρωξε στα κάγκελα, η σκέψη ότι θα στενοχωρηθούν οι γονείς μου, ο αδερφός μου, η κόρη μου με τραβούσε με αόρατα νήματα. Τη σύγκρουση τερμάτισε το χτύπημα του τηλεφώνου. Ο φίλος συγκάτοικός μου έλειπε πολλές μέρες και σκέφτηκα πως κάποιος, κάποια τον ζητούσε κι έπρεπε να του αφήσω ένα μήνυμα. Και πήγα και το σήκωσα. Ήταν για μένα. Κάποιος φίλος μίλησε σε ένα ιδιοκτήτη εστιατορίου στη Σίφνο και του έδωσε το τηλέφωνό μου. Θέλεις να έρθεις για δουλειά; Την άλλη μέρα ήμουνα στη Σίφνο. Για να έχω παρέα, τηλεφώνησα στο Βερολίνο, στην άνεργη και θλιμένη Ντόρι που δεν θα πήγαινε διακοπές, να πάρει το γιο της και να έρθουν. Όλα πληρωμένα – σε τρεις μέρες ήρθαν. Ένα πρωινό επέστρεψα στο σπίτι χαράματα – με περίμενε ο πεντάχρονος Alexander καθισμένος πάνω σε μια ξηρολιθιά, με περίμενε να δούμε μαζί την ανατολή του ήλιου. Όταν ο ήλιος σηκώθηκε, με ρώτησε: Θανάση, δεν μοιάζει με κεράσι; Στο Βερολίνο, αγόραζα κεράσια και αυτά που είναι διπλά τα βάζαμε στα αυτιά μας για σκουλαρίκια και μετά τα τρώγαμε.
Ο Ντάντε μας λέει με τη Θεία Κωμωδία του ότι η καλύτερη ψυχοθεραπεία είναι η ίδια η ενηλικίωση. Είναι όμως το ίδιο να ενηλικιώνεσαι σε μια τροφοσυλλλεκτική ομάδα των Βουσμάνων στην Καλαχάρι και το ίδιο στον δυτικό πολιτισμό; Όχι, βέβαια, κατά κανένα τρόπο! Θα έλεγα ότι στις περισσότερες κοινωνίες του παρελθόντος όλοι και όλες ενηλικιώνονταν – δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και στον δυτικό πολιτισμό. Πολλοί και πολλές (οι περισσότεροι;) μεγαλώνουν αλλά δεν ενηλικιώνονται. Γιατί; Σε αυτό το ερώτημα θα απαντήσω τη Δευτέρα το πρωί, σήμερα θα ασχοληθώ με κάτι άλλο. Όπως δεν έχουν όλες οι ψυχοθεραπείες αίσιο τέλος, δεν έχουν αίσιο τέλος κι όλες οι ενηλικιώσεις. Και εάν η ψυχοθεραπεία είναι μια διαδικασία, διαδικασία πρέπει να είναι και η ενηλικίωση. Και επειδή η καλύτερη ψυχοθεραπεία είναι η ενηλικίωση, τότε οι φάσεις αυτών των διαδικασιών θα πρέπει να είναι κοινές. Ποιες είναι; Είναι η Κόλαση, το Καθαρτήριο και ο Παράδεισος. Μιας όμως και δεν είμαστε χριστιανοί, ας αποκωδικοποιήσουμε, ας μεταγράψουμε αυτές τις έννοιες: Σταμάτημα, Αποδόμηση, Αναδόμηση. Σταμάτημα, Χάλασμα, Ξαναφτιάξιμο.
αμείλικτη επίθεση, συμβιβασμός, υποχώρηση: χρεοκοπία και στρατιωτικό πραξικόπημα
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
Εικάζω ότι οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες αυτών των εωθινών σημειωμάτων συγκαταλέγονται μεταξύ εκείνων που είναι βέβαιοι ότι σε περίπτωση εξέγερσης/επανάστασης ο Κύριος θα καταφύγει σε τρεις τρόπους για να καθυποτάξει τους εξεγερμένους/επαναστατημένους υποτελείς και να ενισχύσει την Κυριαρχία Του. Ο πρώτος είναι μια κυβέρνηση των υπολειμμάτων της ιστορικής Αριστεράς, ο δεύτερος η οικονομική βία και ο τρίτος η στρατιωτική βία, το στρατιωτικό πραξικόπημα. Οι διαπιστώσεις αυτές εγείρουν κάποια ερωτήματα. Τα ερωτήματα αυτά πρέπει να τα διατυπώσουμε ευκρινώς – και να διατυπώσουμε ασφαλώς και κάποιες απαντήσεις.
Να τα ερωτήματα: τι σημαίνει αυτό το ‘σε περίπτωση εξέγερσης/επανάστασης’; Είμαστε βέβαιοι, και γιατί, ότι θα συμβεί εξέγερση/επανάσταση; Γιατί διακρίνουμε την εξέγερση και την επανάσταση; Πως θα αντιμετωπίσουμε την οικονομική βία (‘χρεοκοπία’); Πως τη στρατιωτική βία; Πως θα αντιμετωπίσει την οικονομική/στρατιωτική βία του Κράτους η ιστορική Αριστερά της επαναστατικής βίας; Υπάρχει κάποιος άλλος τρόπος πέραν αυτού της ιστορικής Αριστεράς;
η επίσκεψη του Έκτορα στην Τροία: η αποκήρυξη του ηρωισμού στη ραψωδία Ζ
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
Σήμερα θα καταπιαστούμε με την διασημότερη σκηνή της Ιλιάδας (την οποία διαβάζουμε στη ραψωδία Ζ), μια από τις πιο χαρακτηριστικές της δυτικής λογοτεχνίας, θα έλεγα και της παγκόσμιας γραμματείας. Ο Έκτορας εγκαταλείπει το πεδίο της μάχης και πάει στην Τροία, όπου, μεταξύ των άλλων, συναντιέται και με τη γυναίκα του, την Ανδρομάχη. Τα λένε και κάποια στιγμή ο Έκτορας θέλει να πάρει στην αγκαλιά το γιο του, τον οποίο κρατάει η παραμάνα. Απλώνει τα χέρια του αλλά το βρέφος τρομάζει με τη λάμψη καιτο λοφίο της περικεφαλαίας και βάζει τα κλάμματα. Ο Έκτορας βγάζει την περικεφαλαία, την αφήνει στο έδαφος και παίρνει το βρέφος στην αγκαλιά του.
Το γεγονός ότι η πιο γνωστή σκηνή της Ιλιάδας είναι αυτή που σας περιέγραψα μας βάζει σε πολλές σκέψεις. Η κομβική όμως είναι η εξής. Η Ιλιάδα είναι ένα έπος, αφηγείται μάχες και φόνους, αριστείες και ήττες, εξυμνεί τα κατορθώματα των ηρώων. Πως εξηγείται όμως η διασημότερη σκηνή να μην είναι κάποια από τις συγκλονιστικές και έξοχες και αναρίθμητες πολεμικές σκηνές αλλά κάποια που δεν είναι παρά η επιτομή της αποκήρυξης του ηρωισμού;
Με αυτή τη σκηνή λοιπόν και τα συμφραζόμενά της θα ασχοληθούμε σήμερα. Προοικονομώντας τα συμπεράσματά του σημερινού σημειώματος, εφαρμόζοντας την αφηγηματική τεχνική του αοιδού συνθέτη αυτής της σκηνής, σπεύδω να υποστηρίξω ότι ο Έκτορας δεν θέλει να είναι ήρωας (διότι θα πεθάνει) αλλά δεν μπορεί να μην είναι (τι θα πει ο κόσμος;). Η τραγική σύγκρουση μεταξύ ατομικού και δημόσιου είναι σαφής, αλλά θα ήταν λάθος να περιοριζόμασταν μόνο σε αυτήν. Είναι βέβαιο ότι ο ίδιος ο ήρωας δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αυτό το δίλημμα, δεν του το επιτρέπει ο ηρωισμός του. Και πεθαίνει – και μαζί του και ο ηρωισμός.
Στην πραγματικότητα, οι ήρωες, οι ποιμένες πολεμιστές, αποκήρυξαν τον ηρωισμό. Η Ιλιάδα τους παροτρύνει να το κάνουν. Και τον αποκήρυξαν, με βαριά καρδια είναι αλήθεια, μας το τονίζει η Ιλιάδα, διότι την ισχύ και τον πλούτο, άρα και τη φήμη, το κλέος, δεν τα εξασφάλιζαν πια με την εξόντωση των γειτόνων ποιμένων αλλά με την εκμετάλλευση της εργασίας των δούλων στα μεγάλα χτήματα και με τη σύναψη συμμαχιών μεταξύ τους για την αντιμετώπιση των υποτελών αλλά και για την ευόδωση της αρπαγής της γης των μικροκαλλιεργητών (αυτουργών). Οι ήρωες ποιμένες έγιναν γαιοκτήμονες. Η Ιλιάδα λοιπόν είναι ένα σχόλιο για τη μετάβαση, και τις δυσκολίες της, από τον ποιμενισμό στον δουλοκτητικό τρόπο παραγωγής.
Έχουμε υποστηρίξει ότι η Ιλιάδα εξυμνεί και αποκηρύσσει τον ηρωισμό και η διασημότερη σκηνή της Ιλιάδας αντλείται από μια πασιφανώς αφηρωιστική πινελιά. Για να κατανοήσουμε όμως αυτή την αφηρωιστική σκηνή θα ήθελα να πω ορισμένα πράγματα, τα οποία δεν έχω πει μέχρι στιγμής. Μετά από όσα έχουμε πει νομίζω ότι ήρθε η ώρα να κολυμπήσουμε σε πιο βαθιά νερά, ευελπιστώντας ότι θα παροτρύνουμε άλλους, άλλες να διαβάσουν ή και να μελετήσουν τη Ιλιάδα και άλλους, άλλες, εννοώ φοιτητές, φιλολόγους, μελετητές, κλπ., να δουν κάποια πράγματα που πιθανόν να έχουν περάσει απαρατήρητα.
γλέντι και ελευθερία πνεύματος: εγχειρίδιο διεξαγωγής του κοινωνικού πολέμου (3)
Αναρωτιέμαι μερικές φορές: μήπως ο όρος κοινωνική σύγκρουση είναι πιο καταλληλος, πιο ακριβής από αυτόν του κοινωνικού πολέμου; Η επιφύλαξη αυτή προλαβαίνει τους δικούς σας ενδοιασμούς: πως είναι δυνατόν να μιλάμε για (κοινωνικό) πόλεμο από τη στιγμή που ο ένας από τους δύο αντιπάλους αποφεύγει συνειδητά τη χρήση των όπλων; Υπάρχει και κάτι ακόμα: η ιστορική Αριστερά, που δέχεται την (επαναστατική) χρήση των όπλων, αποφεύγει να χρησιμοποιήσει αυτόν τον όρο: για να μπορούμε να μιλάμε για πόλεμο, ισχυρίζονται, πρέπει να υπάρχουν στρατοί, όπλα, στολές, κλπ. και από τα δύο αντιμαχόμενα μέρη. Έτσι, μεταχειρίζονται τις φράσεις ταξική πάλη, επαναστατικός αγώνας, κλπ.
Διότι ο πόλεμος είναι μια ένοπλη σύρραξη μεταξύ οργανωμένων ομάδων. Ο Καρλ φον Κλάουζεβιτς ορίζει τον πόλεμο με έναν κάπως πιο ευρύ τρόπο, με έναν τρόπο που μας παραχωρεί κάποιο στέρεο έδαφος για να πατήσουμε και να προχωρήσουμε εν μέσω κινουμένης άμμου: ο πόλεμος, μας λέει, είναι μια πράξη βίας, προορισμένη στο να καταναγκάσει τον αντίπαλο να εκτελέσει τη θέλησή μας. Τι σημαίνει όμως μια πράξη βίας; Είναι δυνατόν να υπάρξει πράξη βίας χωρίς τη χρήση όπλων; Όταν δηλαδή λέμε βία, όταν βέβαια αναφερόμαστε σε πόλεμο, εννοούμε πάντα τη βία που προέρχεται από τη χρήση των όπλων; Και μια δεύτερη ένσταση. Με τον ορισμό που παραθέτει ο Κλάουζεβιτς ταυτίζει τον πόλεμο εν γένει με τον πόλεμο καθυπόταξης, με τον περιορισμένο πόλεμο (‘να εκτελέσει τη θέλησή μας’). Εάν όμως ο σκοπός μας δεν είναι να εκτελέσει ο αντίπαλος τη θέλησή μας αλλά να τον εξαφανίσουμε από προσώπου γης, να τον εξοντώσουμε ολοσχερώς; Μπορεί να υπάρξει ορισμός κοινός και για τον πόλεμο καθυπόταξης και για τον πόλεμο εξόντωσης;
Όχι, φίλες και φίλοι, δεν μπορεί να υπάρξει. Τη δυσκολία αυτή την είχε αντιληφτεί ο Κλάουζεβιτς και περιόρισε την έννοια του ‘πολέμου’ στην έννοια του πολέμου καθυπόταξης, του περιορισμένου πολέμου, υποστηρίζοντας ότι κάθε πόλεμος τείνει να κλιμακωθεί και να μετεξελιχθεί σε απόλυτο, σε πόλεμο εξόντωσης. Υπάρχει μια δικλείδα ασφαλείας; Ναι, η πολιτική είναι αυτή που βάζει όρια στην κλιμάκωση. Οι στρατιωτικοί λοιπόν οφείλουν να υποτάσσονται στους πολιτικούς – άρα, οι πολιτικοί είναι οι ανώτατοι στρατιωτικοί. Οι πολιτικοί είναι στρατιωτικοί με πολιτικά.
γλέντι και ελευθερία πνεύματος: εγχειρίδιο διεξαγωγής του κοινωνικού πολέμου (2)
Στο πρώτο μέρος του άρθρου υποστήριξα ότι ο υφιστάμενος τρόπος διεξαγωγής του κοινωνικού πολέμου (χρήση όπλων, εκλογές, διαμαρτυρία, θρηνωδία, διατύπωση αιτημάτων, ικεσία, απειλές, μονοήμερες απεργίες, διαδηλώσεις, εμπρησμοί, καταστροφές, λεηλασίες, κλπ.), ο λόγος, η αλήθεια της ιστορικής Αριστεράς, έχει απαρχαιωθεί και τον χαρακτήρισα αναχρονιστικό. Ο τρόπος με τον οποίο πολεμάμε δεν είναι μια υπερβατική/υπερβατολογική γενική ιδέα ή αλήθεια που ισχύει εις πάντας τους αιώνας αλλά μια κοινωνική, ιστορική κατασκευή μιας εποχής. Εάν η εποχή αλλάξει, θα αλλάξει και ο λόγος, ο τρόπος διεξαγωγής του κοινωνικού πολέμου. Υποστήριξα ότι η εποχή έχει αλλάξει και εστίασα την προσοχή μου στις εξελίξεις στην στρατιωτική/οπλική τεχνολογία του Κυρίου (καπιταλιστή της παραγωγής και του χρήματος) αφενός και αφετέρου στην καπιταλιστική παραγωγή.
Μέσα σε έναν αιώνα (1850-1945) ο Κύριος κατάφερε να υλοποιήσει την επιθυμία της οπλικής/στρατιωτικής υπεροχής, μια επιθυμία που διατυπώθηκε πρώτη φορά στην Ιλιάδα (0 Ζεύς με τον κεραυνό – ο Αριόστο στον Μαινόμενο Ορλάνδο συγκρίνει τα πρώτα κανόνια με τον κεραυνό). Η πυρηνική βόμβα είναι η επιτομή, η σύγκλιση, η αποθέωση του δυτικού ορθού λόγου (ratio): η επίτευξη της μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας μέσω της μικρότερης, λιγότερης το δυνατόν καταβληθείσας προσπάθειας: με ένα μόνο βλήμα ισοπεδώνεις και εξοντώνεις μια πόλη εκατοντάδων χιλιάδων κατοίκων. (Έχω δε χαρακτηρίσει την ρίψη της ατομικής βόμβας ως το μεγαλύτερο αθλητικό επίτευγμα του δυτικού πολιτισμού – βλ. citius, altius, fortius).
Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ο Κύριος έθεσε τα θεμέλια της εκπλήρωσης άλλης μιας κομβικής επιθυμίας: της αυτοματοποίησης της παραγωγής,
γλέντι και ελευθερία πνεύματος: εγχειρίδιο διεξαγωγής του κοινωνικού πολέμου (1)
Μια μέρα, ένα πρωινό θα ήθελα να παρουσιάσω τους δασκάλους μου κε τις δασκάλες μου. Τους περισσότερους από αυτούς τους συνάντησα μόνο μια φορά, για λίγα λεπτά, δύο (έναν ζητιάνο κι έναν ταξιτζή) για λίγα δευτερόλεπτα, τους θυμάμαι όμως κε τους ανακαλώ στη μνήμη μου πολύ συχνά – χρειάζομαι πολύ συχνά συμβουλές, πολύ συχνά. . .
Ένας δάσκαλός μου ήταν μαθητής στην ΣΤ’ Δημοτικού, στην Παλιά Πεντέλη, στη γειτονιά που εγκατασταθήκαμε το 1969, όταν μεταναστεύσαμε από το χωριό. Εγώ μόλις είχα περάσει στη Φιλοσοφική, ήταν φθινόπωρο του 1976. Με παρακάλεσε ο πατέρας του, νταμαρτζής όπως κε ο πατέρας μου, να του κάνω μερικά μαθήματα γιατί ήταν πολύ ανορθόγραφος. Με τον Α. παίζαμε μπάλα μαζί, είχε μανία με τις μηχανές. Όλη τη μέρα έλυνε και συναρμολογούσε ό,τι μηχανάκι και συσκευή έπεφτε στα χέρια του. Τη πρώτη μέρα είδα τα τετράδιά του κε φρίκαρα! Ούτε μια λέξη σωστή! Του λέω, Α., θα ήθελα μόνο μια λέξη να μάθεις, τίποτα άλλο. Εντάξει, μου λέει, ποια λέξη; Τη λέξη ‘και’, του λέω. Δεν γράφεται ‘κε’ αλλά ‘και’.
Περάσαμε μια ώρα, και παραπάνω, μαθαίνοντας το και. Την άλλη μέρα, ξαναγράφει ‘κε’. Καλά, του λέω, δεν το θυμάσαι; Και μου λέει: Θα το γράφω με ε μέχρι να πεθάνω. Εκεί τελείωσαν κε τα μαθήματα. Την επομένη, του χάρισα ένα ποδήλατο, αγωνιστικό, μου το είχε στείλει ένας θείος μου από τη Γερμανία. Τελείωσε το Δημοτικό κε πήγε δούλεψε σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων.
Εγώ τώρα συμπληρώνω: θα το γράφω με ε μέχρι να πεθάνω – κανένας σας δεν θα μπορέσει να με πείσει ότι πρέπει ντε κε καλά να γράφεται με αι. Πίνω καφεδάκι κε συνεχίζω. Αργεί πολύ να ξημερώσει.
‘έχω απόλυτα ρεαλιστική επαφή με την πραγματικότητα’
[16 Ιανουαρίου 2012]
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
‘Μπαμπά, μπαμπά, κοίτα, αυτός περπατάει στον αέρα και δε πέφτει και μόλις καταλάβει ότι περπατάει στον αέρα πέφτει – δεν έχει πλάκα;’
Έχει μεγάλη πλάκα, Αποστολία!
Και τώρα βέβαια θα έχετε την περιέργεια να μάθετε ποιος έχει μια απόλυτα ρεαλιστική επαφή με την πραγματικότητα. Μα η μεγάλη μου αγάπη, ο μεγάλος μου έρωτας, η μεγάλη μου αδυναμία – ο Φώτης Κουβέλης, προχτές στην τηλεόραση τον άκουσα. Έχω την εντύπωση ότι μοιραζόμαστε την ίδια βεβαιότητα: εάν ξεσπάσει αύριο, μεθαύριο μια κοινωνική επανάσταση, ο Φώτης Κουβέλης θα ταχθεί με το μέρος των σωτήρων της χώρας, της πατρίδας, της οικονομίας, δηλαδή του Καπιταλισμού, της Κυριαρχίας, του Κράτους, του Χρήματος, της Δημοκρατίας, του Δυτικού Πολιτισμού. Λυπάμαι πολύ, εάν κάποιος δεν είναι και πολύ βέβαιος, δεν έχει δηλαδή μια απόλυτα ρεαλιστική επαφή με την πραγματικότητα.






