Όποτε περνάω από το Χίλτον, θυμάμαι ένα σερβιτόρο που δούλευε εκεί, τον Λεωνίδα. Κατοικούσε στην Παλιά Πεντέλη· μια μέρα έμαθα ότι πέθανε από καρκίνο. Ο Θεός ας τον συχγωρέσει, εγώ δεν μπορώ – και δεν θέλω.
Το 1960 στην Παλιά Πεντέλη κατοικούσαν μόνο κτηνοτρόφοι. Δεν ξέρω αν ήταν Βλάχοι, αλλά εκείνοι την εποχή όλους τους κτηνοτρόφους τους έλεγαν Βλάχους. Τον χειμώνα κατέβαζαν τα κοπάδια τους στη Νέα Μάκρη, το καλοκαίρι στη Πεντέλη, πάνω στο βουνό. Όταν άνοιξαν τα νταμάρια, τα λατομεία του μαρμάρου, μαζεύτηκαν εκεί λατόμοι από όλη την Ελλάδα. Από τα Γιάννενα, την Πάρο, τη Σαντορίνη, τον Έβρο. Κατοικούσαν σε μικρά δωμάτια που τους τα νοίκιαζαν οι ντόπιοι. Εμείς μέναμε στης Πράπαινας, το 1971 ήταν το μοναδικό κοπάδι. Μετά από λίγα χρόνια, ο γιος της το πούλησε κι αγόρασε ταξί. Είχε και μια κόρη – εάν μάζευα το σπέρμα που είχα χύσει για την πάρτη της, μια καρδάρα θα τη γέμιζα, σίγουρα.