φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
ΤΑ χρόνια που ζούμε, και οι επόμενες δυο τρεις δεκαετίες, μέχρι το 2050, πάνω κάτω, είναι μια εποχή μετάβασης από την κοινωνία της εργασίας στην κοινωνία της αεργίας. Καθώς όμως οι διανοητικές, ψυχικές, πολιτισμικές και πολιτικές αλλαγές έπονται των υλικών, οικονομικών και κοινωνικών, η Αριστερά δεν μπορεί παρά να παραμένει κολλημένη στο παρελθόν, να βλέπει το μέλλον υπό το πρίσμα του παρελθόντος και του παρόντος, να ακολουθεί ασθμαίνοντας και παρακολουθώντας αμήχανη και αφοπλισμένη ιδεολογικά και θεωρητικά τις εξελίξεις. Αυτή είναι με λίγα λόγια η γνώμη μου για το παρόν και το μέλλον της Αριστεράς. Τι εννοώ με αυτόν τον όρο θα το εκθέσω στη συνέχεια. Κρατείστε μόνο αυτό προς στιγμήν: δεν μπορεί να μην υπάρχει Αριστερά – η κυριαρχική σχέση, η διαταγή και η εκτέλεση (η Δεξιά), δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την συνεργασιακή σχέση, την πρόταση, τη συζήτησή της και την συλλογική εκτέλεσή της (η Αριστερά).
ΠΡΙΝ εξετάσουμε και πούμε λίγα πράγματα για την κοινωνία της εργασίας και την κοινωνία της αεργίας, θα σημειώσουμε ότι σε μετάβαση βρίσκεται και ο καπιταλισμός, τον οποίο η Αριστερά ήθελε να ανατρέψει αλλά δεν θα κατάφερε – ή, περίμενε να καταρρεύσει, κάτι που δεν έγινε. Εάν λάβουμε υπ’ όψει μας ότι ο καπιταλισμός επεκτείνεται, εδώ και 250 χρόνια, και έγινε πια παγκόσμιος, και ότι οι οικονομικές κ ρ ί σ ε ι ς ήταν ρεταρίσματα, διακοπές της ε π έ κ τ α σ η ς , κατά τη διάρκεια των οποίων φούντωναν οι φιλοδοξίες και οι αυταπάτες της ανατροπής του καπιταλισμού, οδηγούμαστε στη σκέψη ότι μαζί με την επέκταση του καπιταλισμού τελείωσαν και οι κρίσεις. Η κρίση θα είναι διαρκής και έχει το όνομα συρρίκνωση – κάθε τι που επεκτείνεται, σταματά κάποια στιγμή να επεκτείνεται και αρχίζει να συρρικνώνεται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαδικασίας είναι οι αυτοκρατορίες. Η κοσμοκράτειρα Ρώμη ήταν μια περιοχή διαμέτρου 8 χιλιομέτρων, από την Ομόνοια μέχρι το Χαλάντρι, η Οθωμανική αυτοκρατορία ήταν μια μικροσκοπική περιοχή που ήλεγχε ένα ισχυρό ποιμενικό γένος, όσο για την Βρετανική, γνωρίζουμε την έκταση της κοιτίδας της.
Η εν εξελίξει εκκίνηση της συρρίκνωσης του καπιταλισμού και η μετάβαση από την κοινωνία της εργασίας στην κοινωνία της αεργίας είναι συνυφασμένες διαδικασίες, αλληνοενισχυόμενες (ανάδραση). Μέχρι τώρα όλες οι κοινωνίες του παρελθόντος ήταν κοινωνίες της εργασίας – ελεύθερης ή καταναγκαστικής. Στις κοινωνίες της εργασίας συμμετέχει στην παραγωγή του υλικού κοινωνικού πλούτου η συντριπτική πλειονότητα των μελών της κοινότητας: το 90% όταν οι κοινωνίες είναι αταξικές, το 80% όταν είναι ταξικές. Παιδιά, έφηβοι, νέοι, γέροι και γριές, ακόμα και ανάπηροι εργάζονταν – ελεύθερα (λίγες ώρες και χωρίς διαταγές) στις τροφοσυλλεκτικές -κυνηγητικές κοινωνίες και στις αυτόνομες αγροτικές κοινότητες, καταναγκαστικά (πολλές ώρες και εκτέλεση διαταγών) στις δουλοκτητικές και καπιταλιστικές κοινωνίες – οι φεουδαρχικές ήταν ένας συμβιβασμός ελευθερίας και καταναγκασμού. Έναν αιώνα μετά την εμφάνιση του καπιταλισμού (1770), στα μέσα και στα τέλη του 19ου αιώνα, εκκίνησε μια διαδικασία εκδίωξης από την παραγωγική διαδικασία των παιδιών και των εφήβων, ένα μέρος των νέων και των ενηλίκων, και των γέρων – διαδικασία που ολοκληρώνεται στις μέρες μας και στις επόμενες δυο-τρεις δεκαετίες. Η μηχανοποίηση της παραγωγής, η αυτοματοποίησή της, είναι μια διαδικασία εν εξελίξει που καθιστά περιττούς και άχρηστους τους υποτελεις παραγωγούς. Η καπιταλιστική κοινωνία, η δυτική τουλάχιστον, είναι ήδη μια κοινωνία της αεργίας. Τα παιδιά, οι έφηβοι, ένα μεγάλο μέρος των νέων, το 50% των ενηλίκων (αυτός είναι ο βαθμός απασχόλησης του εργατικού δυναμικού) και οι γέροι και οι γριές δεν εργάζονται! Εργάζεται το 40% του πληθυσμού που θα μπορούσε να εργαστεί, και που εργαζόταν εδώ και πολλές χιλιετίες, από την εμφάνιση του ανθρώπου του σοφού, κι από αυτό το ποοοστό, το μισό συμμετέχει στην παραγωγή του υλικού πλούτου – η πωλήτρια, ο ψιλικατζής, ο μπάτσος, ο δεσμοφύλακας, ο δικηγόρος, η ψυχοθεραπεύτρια, η πλειονότητα των κρατικών και δημόσιων υπαλλών και αναρίθμητοι άλλοι δεν παράγουν υλικό κοινωνικό πλούτο. Ο υλικός κοινωνικός πλούτος που παράγεται είναι πολύς, παράγεται πολύ γρήγορα και από ολοένα λιγότερους εργαζομένους. Ο αριθμός των οποίων θα τείνει να μειώνεται, και μάλιστα δραστικά κατά τη διάρκεια των προσεχών δεκαετιών. Μετράμε την ανεργία, είμαστε ικανοποιημένοι που είναι μικρή αλλά την αεργία δεν την μετράμε, την κρύβουμε, δεν υπάρχει, δεν την μελετάμε. Κι όμως! Θα έπρεπε να είναι το κύριο ερευνητικό αντικείμενο της κοινωνιολογίας, της ανθρωπολογίας, των Οικονομικών – δεν είναι όμως. Αρνούναστε, αντιστεκόμαστε να αντικρύσουμε την πραγματικότητα κατάματα.
ΑΥΤΟ θα μπορούσε να το κάνει η Αριστερά. Δεν το κάνει γιατί είναι αιχμάλωτη του ένδοξου παρελθόντος της – οι νίκες της ήταν πολλές, σε αυτές οφείλομε το βιοτικό μας επίπεδο, τις ελευθερίες μας και τα δικαιώματά μας. Τρία είναι τα καθήκοντα της Αρστεράς – όταν αδιαφορεί ή τα παραμελεί, δεν είναι Αριστερά: να παρατηρεί την πραγματικότητα χωρίς φόβο, με τόλμη, να αναδεικνύει τις άγνωστες πτυχές των αλλαγών που εκτυλίσσονται, να καταγράφει τα προβλήματα, τις ανάγκες, τις επιθυμίες, να τα κατανοεί και να προτείνει λύσεις. Το δεύτερο καθήκον της είναι να υπενθυμίζει κάθε ώρα και στιγμή ότι το αντίπαλο δέος της διαταγής/εκτέλεσης είναι η πρόταση, ότι εκτός από την κυριαρχική σχέση υπάρχει και η συνεργασιακή, χωρίς την οποία η κυριαρχική δεν μπορεί να υπάρξει. Βλέπετε πόσο αρμονικά και αποτελεσματικά συνεργάζονται οι καπιταλιστές, οι σύμβουλοί τους, τα τσιράκια τους (επιστήμονες, ειδικοί, στοχαστές και άλλοι); Το τρίτο καθήκον είναι να παρατηρεί και να συντονίζει τον κοινωνικό πόλεμο που διεξάγουν στην καθημερινότητά τους οι υποτελείς της εκτέλεσης σε όλα τα κοινωνικά πεδία (οικογένεια, σχολείο, εργασία, χώρους εγκλεισμού και σωφρονισμού). Θα αντιληφθεί μια μέρα, θα αργήσει μάλλον, ότι ο τρόπος διεξαγωγής του κοινωνικού πολέμου στην κοινωνία της εργασίας δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην κοινωνία της αεργίας, πρέπει να εξετάσουμε και να υοθετήσουμε άλλες, καινοφανείς, πρακτικές και να κρατήσουμε όσες είναι ακόμα αποτελεσματικές. Αυτή είναι η Αριστερά, έτσι την αντιλαμβάνομαι.
ΓΝΩΡΙΖΕΤΕ ότι η κοινωνία, η επιστήμη, η τεχνική και η τεχνολογία, οι τέχνες περνάνε περιόδους ριζικών αλλαγών, έχουν επαναστατικές εποχές, αλλά υπάρχουν και εποχές που δεν συμβαίνουν αυτά. Ο 20ός αιώνας ήταν ένας αιώνας επαναστάσεων, σε όλα τα πεδία που προανέφερα, ένας από τους πιο επανασταστικούς – ο 19ος δεν ήταν, όχι ότι δεν υπήρξαν αξιόλογες αλλαγές, πάντα υπάρχουν. Τα χρόνια που ζούμε δεν είναι μια εποχή επαναστάσεων, εκτός βέβαια, και σε μικρό βαθμό, από τον τομέα της τεχνολογίας, και, δευτερευόντως, της επιστήμης. Η εν εξελίξει όμως συρρίκνωση του καπιταλισμού και η επιτάχυνση της μετάβασης από την κοινωνία της εργασίας στην κοινωνία της αεργίας θα οδηγήσει σε μια επαναστατική έκρηξη – υποστηρίζω ότι θα σημειωθεί κατά την εικοσαετία 2050-2070.
ΘΑ προσέθετα ένα τέταρτο καθήκον της Αριστεράς: την πρόβλεψη του μέλλοντος και την προετοιμασία μας, την ετοιμότητά μας, την ανάπτυξη της ικανότητας να αντιμετωπίσουμε τις μελλοντικές αντιφάσεις και αντιθέσεις. Είναι μια πτυχή της διεξαγωγής του κοινωνικού πολέμου. Να περιγράψει με απλά και καθαρά λόγια την κατάσταση προς την οποία κατευθυνόμαστε και την οποία καθορίζει η συρρίκνωση του καπιταλισμού, η μετάβαση στην κοινωνία της αεργίας και η περαιτέρω όξυνση των πολλών παγκόσμιων κοινωνικών προβλημάτων, από την επίλυση των οποίων θα εξαρτηθεί ακόμα και το μέλλον μας ως είδους. Εάν είναι έτσι τα πράγματα, εάν είναι τόσο κρίσιμη η εποχή που ζούμε και που θα ζήσουμε, τότε θα μπορούσαμε να συμπυκνώσουμε την κατάστασή μας στο σύνθημα της εποχής μας