“έτσι μου ‘ρχεται μια μέρα να τα παρατήσω όλα και να σηκωθώ να φύγω”
(σαρανταπεντάχρονη πελάτισσα φούρνου στην ομήλικη υπάλληλο – Αθήνα)
“γέμισε η Κόλαση, τώρα στέλνουν και στην Αθήνα”
(Αθηνιώτικο γνωμικό της δεκαετίας του 1980, τότε με το νέφος)
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
ΕΑΝ τα θεμέλια του σημερινού τρόπου ζωής, στις καπιταλιστικές κοινωνίες της εποχής μας, είναι “πόλη-δωδεκάμηνη πολύωρη εργασία- επάγγελμα-αυτοκίνητο-σούπερ μάρκετ-κινητό” τότε ένας άλλος τρόπος ζωής, δηλαδή, μια κ ο ι ν ω ν ι κ ή ε π α ν ά σ τ α σ η , θα θεμελιωνόταν ως άρνηση όλων αυτών. Όλων, όχι ενός ή δύο! Διότι είναι αδύνατον, παντελώς αδύνατον, να απαλλαχτείς από ένα ή δύο από αυτά. Κάθε ένα από αυτά τα θεμέλια, θεμέλια του καπιταλισμού, βεβαίως, είναι ένα μεγάλο, ένα τεράστιο και δυσεπίλυτο κοινωνικό πρόβλημα, ένα megaproblem. Το κατανοώ, δεν είναι και πολύ εύκολο να φανταστούμε μια ζωή χωρίς πολη, δωδεκάμηνη πολύωρη εργασία, επάγγελμα, αυτοκίνητο, σούπερ μάρκετ, κινητό. Δεν μπορούμε να το φανταστούμε. Θα θέλαμε όμως να ζούμε με αυτόν τον τρόπο; Μη μου πείτε ότι είναι αδύνατον – σας παρακαλώ, σας ικετεύω! Πιθανόν να πείτε, και μάλλον θα το πείτε, ότι, όχι, δεν θα θέλαμε, δεν θέλουμε να ζούμε χωρίς όλα αυτά. Θα σας ακούσω με μεγάλη προσοχή αλλά δεν θα δώσω και πολύ μεγάλη βάση σε αυτά που θα με πείτε. Διότι, κάθε τριήμερη ή τετραήμερη αργία και στις ολιγοήμερες διακοπές τσακίζεστε να την κοπανήσετε από την πόλη για το χωριό σας, αδιαφορώντας για το ακριβό τίμημα που θα πληρώσετε στην επιστροφή σας – το πολύωρο μποτιλιάρισμα. Και, η πρώτη μέρα μετά το τριήμερο στη δουλειά θα είναι μια φρίκη. Αυτές οι δύο σαφέστατες ενείξεις με παρωθούν να εικάσω ότι δεν είστε και πολύ ευχαριστημένοι, ες όπως ζείτε – για τους μισθωτούς εργαζόμενους μιλάω, στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, όχι για τους εισοδηματίες που έχουν δέκα εφτά ακίνητα και τα ματώνουν όλη μέρα. Ξεκινώντας από σήμερα, θα αφιερώσω ένα κείμενο για κάθε ένα από αυτά τα μεγαπροβλήματα, που προκαλούν άλλα προβλήματα, που προκαλούν άλλα προβλήματα, κοκ (προβληματογένεση).
ΔΥΟ είναι οι λόγοι που η πόλη, οιουδήποτε μεγέθους, πιο έντονα βέβαια η μεγαλούπολη, έχει μεταξελιχθεί σε ένα μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα. Και κάθε ένας από αυτούς τους λόγους είναι ήδη κοινωνικό πρόβλημα. Το πρώτο που μας αφορά άμεσα είναι η αύξηση της νοσηρότητας και της θνησιμότητας στις πόλεις. Η αύξηση αυτή αφορά τη δεύτερη και τρίτη γενιά των μεταναστών που ήρθαν από τα χωριά. Η πρώτη γενιά είχε γεννηθεί και είχε μεγαλώσει στο χωριό, όπου, πέρα από τη φτώχεια, θα το δούμε κι αυτό, ανέπνεαν καθαρό αέρα, έπιναν καθαρό νερό, έτρωγαν καθαρή τροφή που οι ίδιοι παρήγαγαν, περπατούσαν δούλευαν χειρωνακτικά κι έκαναν πολλές και διαφορετικές εργασίες, δούλευαν μαζί, διασκέδαζαν μαζί, χόρευαν και τραγουδούσαν δηλαδή, και είχαν συνεργασιακές σχέσεις – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρχε ανταγωνισμός, μίση και αντιπάθειες και φθόνος και μνησικακία. Αυτά υπάρχουν παντού, λιγότερο ή περισσότερο. Η δεύτερη γενιά γεννήθηκε στη πόλη – αναφέρομαι στην Αθήνα, όπου έζησα 28 χρόνια, από 11 έως 39 ετών – όπου δεν υπήρχαν όλες αυτές οι συνθήκες του χωριού που συμβάλλουν στην καλή υγεία. Για την τρίτη γενιά, που γεννήθηκε μετά το 2000, πάνω κάτω, τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα. Είναι πια κοινό μυστικό: η κατάσταση της υγείας των κατοίκων των πόλεων δεν είναι καλή και διαρκώς χειροτερεύει.
ΤΟ πόσο κακή είναι η υγεία τους φαίνεται από τα πολλά νοσοκομεία, τους πολλούς γιατρούς, τα πολλά ιατρεία, τα πολλά φαρμακεία, τα πολλά φάρμακα και οι μεγάλες ποσότητες που καταναλώνουν. Εάν δούμε τη νοσηρότητα του πληθυσμού, θα δούμε ότι οι πολιτισμικές επιδημίες (καρκίνος, καρδιά, εγκεφαλικό, Αλτσχάιμερ κ.α.) στις δεκαετίες του 1960 και 1970 ήταν σχεδόν ανύπαρκτες. Από ότε μέχρι σήμερα, εδώ και 50-60 χρόνια, η αύξηση της νοσηρότητας είναι αισθητή σε κάθε δεκαετία. Από τη δεκαετία του 1990 προστέθηκαν και τα αυτοάνοσα: ήταν πέντε-δέκα και έγιναν (2026) εκατόν πέντε – εκατόν δέκα. Ολοένα και περισσότεροι κάτοικοι των πόλεων ασθενούν, ολοένα και πιο συχνά, ολοένα και πιο σοβαρά και για ολοένα μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ή και για όλη τη ζωή (χρόνιες παθήσεις, μακροχρόνιες ασθένειες). μακροχρόνιες νόσοι). Το 7-11% των παιδιών στην Αθήνα πάσχουν από άσθμα, ενώ περιστασιακές δυσκολίες στην αναπνοή αντιμετώπισε το 20% των παιδιών. Η παιδική μυωπία στην Αθήνα, σε όλες τις μεγαλουπόλεις του πλανήτη, κάνει θραύση (έλλειψη ηλιακού φωτός). Τι να πούμε για τον διαβήτη, την ΧΑΠ (χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια), για την αρθρίτιδα, οστεοπόρωση και τους χρόνιους πόνους στη μέση (όχι περπάτημα, καθιστική ζωή, ορθοστασία στη δουλειά), για την κατάθλιψη, για τη νεφροπάθεια! Κάθε τόσο εμφανίζεται και κάποιο νέο αυτοάνοσο ή κάποια νεα μορφή επιθετικού καρκίνου.
ΤΟ αποτέλεσμα είναι η αύξηση της θνησιμότητας, δηλαδή, ολοένα και περισσότεροι πεθαίνουν πριν γεράσουν. Έχασα δύο φίλους τα τελευταία χρόνια – ο ένας 57, ό αλλος 61. Τι να σας πω, το βλέπετε και το ζείτε καθημερινά! Έτσι όπως πάμε, σε μερικές δεκαετίες, ας πούμε μέχρι το 2050, δεν θα υπάρχουν γέροι και γριές – κι αν υπάρχουν θα είναι οι τελευταίοι. Η πλειονότητα του πληθυσμού θα πεθαίνει πριν γεράσει, πριν τα 65, ή λίγο μετά, πριν τα 70. Και ενώ εξαλείφονται τα γηρατιά, οι επιστήμονες, οι σύγχρονοι θεοί, προσανατολίζονται προς την επίτευξη της αντιστροφής της γήρανσης και της παράτασης της ζωής – θα ζούμε, υπόσχονται μέχρι τα 120 και τα 150! Ουδέποτα άλλοτε υπήρξε παρόμοιο χάσμα μεταξύ της καθημερινότητας και της επιστήμης και τεχνολογίας – ουδέποτε. Και βέβαια η κατάσταση θα επιδεινωθεί, το χάσμα θα γίνει αβυσσαλέο. Όσο πιο πολλές προόδους θα κάνει η ιατρική, τόσο πιο πολύ θα αυξάνεται και η νοσηρότητα και η θνησιμότητα. Οι πολιτισμικές επιδημίες δεν αντιμετωπίζονται με χάπια και με ενέσεις – μόνο με αλλαγή τρόπου ζωής και σκέψης. Θα μου πείτε, μήπως στα χωριά τα πράγματα είναι καλύτερα; Ποια χωριά, πού είδατε χωριά κι εγώ δεν τα βλέπω! Δεν υπάρχουν χωριά, οι άνθρωποι εκεί ζουν όπως και στις πόλεις – να μην πω και χειρότερα. Εκατό μέτρα από το καφενείο το σπίτι τους, με το αυτοκίνητο πάνε! Τι άλλο να σας πω!
ΤΟ δεύτερο πρόβλημα που συμβάλλει στη δημιουργία του μεγαπροβλήματος της πόλης είναι η τεράστια κατανάλωση ενεργειας και εργασίας που απαιτεί η λειτουργία τους και η αναπαραγωγή τους. Η πόλη χρειάζεται πολλή ενέργεια – ηλεκτρική και ορυκτών καυσίμων – για να λειτουργήσουν βασικές υπηρεσίες – υδροδότηση, ηλεκτροδότηση, επικοινωνία, συγκοινωνία, καθαριότητα, νυκτερινός φωτισμός, οδική σήμανση (φανάρια). Η μεταφορά της τροφής και του άλλου υλικού κοινωνικού πλούτου απαιτεί επίσης και πολλή ενέργεια και πολλή εργασία. Η πόλη είναι ένας αχανής χώρος σπατάλης ενέργειας και εργασίας – και πρώτων υλών. Για όλα αυτά πρέπει να πληρώνουμε όλο και περισσότερα, άρα, να εργαζόμαστε όλο και περισσότερο. Αναρωτιούνται κάποιοι γιατί δεν έχει αυξηθεί η ανεργία με τη βελτίωση της τεχνολογίας – η απάντηση είναι πολύ απλή: η πόλη θέλει πολλή δουλειά για να λειτουργήσει και να αναπαραχθεί επιτυχώς. Εάν αποτύχει, θα σταματήσει να λειτουργεί και οι κάτοικοι πρέπει να φύγουν. Πώς θα ζήσουν οι άνθρωποι στην Αθήνα, εάν δεν υπάρχει νερό; Κάποτε το νερό το έπαιρναν από το πηγάδι της αυλής τους και τώρα το νερό το φέρνουν από τα ψηλά βουνά της Πϊνδου – 350, μπορεί και 400, χιλιόμετρα μακριά! Τι φράγματα, τι αγωγοί, τι τσιμέντο και σίδερο, πόση πολλή δουλειά!
ΤΑ δύο αυτά προβλήματα είναι αλληλένδετα, το ένα ενισχύει το άλλο. Μεγάλη κατανάλωση ορυκτών καυσίμων, αύξηση της νοσηρότητας, πολλές επισκέψεις με αυτοκίνητο σε ιατρεία και νοσοκομεία, κλπ – φαύλος κύκλος. Για να μην πολυλογώ, κουράστηκα άλλωστε,
ή θα φύγουμε από τις πόλεις ή θα πεθάνουμε εκεί πριν γεράσουμε.
Να φύγουμε να πάμε πού;