για την πολυγονεϊκή οικογένεια και για το μέλλον της πυρηνικής οικογένειας

    φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

     Η διαρκής αύξηση του αριθμού των εργένηδων και των μονογονεϊκών οικογενειών στις ανεπτυγμένες, αλλά και στις αναπτυσόμενες σε μικρότερο βαθμό, καπιταλιστικές κοινωνίες  είναι ασφαλείς ενδείξεις της αποσύνθεσης και διάλυσης της πυρηνικής οικογένειας·  δεν μας επιτρέπεται όμως να υποστηρίξουμε ότι ζούμε τις τελευταίες της μέρες. Παράλληλα και ταυτόχρονα με την τάση της αποσύνθεσης και διάλυσης υπάρχει μια τάση ενδυνάμωσης. Η πυρηνική οικογένεια είναι μια ομάδα (η ομάδα αποτελείται τουλάχιστον από τρία μέλη – δύο δεν είναι ομάδα, είναι ζευγάρι). Ως ομάδα, όπως όλες οι ομάδες είναι μια κομμουνιστικότητα. Δεν νοείται κοινωνία χωρίς ομάδα, χωρίς κομμουνιστικότητα – κι αυτό είναι ένα ακόμα επιχείρημα ότι η ανθρώπινη κοινωνία ήταν, είναι και θα είναι κομμουνιστική.  Ανθρωπολογικά, βιώνουμε τρεις διακριτές καταστάσεις: του ατόμου, του ζευγαριού και της ομάδας. Σε κάποιες φάσεις της ζωής μας ζούμε ως άτομα ή ως ζευγάρια αλλά παράλληλα και ταυτόχρονα ανήκουμε σε κάποια ή σε κάποιες ομάδες (εργασίας, διασκέδασης, ταξιδιού, παιχνιδιού, έκφρασης, πολιτικής, κτλ.) – δεν νοείται ανθρώπινη ζωή χωρίς ομάδα. Μέσα στην ομάδα, άρα και μέσα στην οικογένεια,  μπορούμε να είμαστε και μόνοι και ζευγάρι. Υπάρχουν όμως όμάδες, άρα και οικογένειες,  που κάτι τέτοιο δεν το επιτρέπουν.

  Εάν μπορώ σε μια ομάδα, σε μια πυρηνική οικογένεια,  να βιώνω ελεύθερα την κατάσταση του ατόμου και την κατάσταση του ζευγαριού, τότε ζω στον κομμουνιστικό Παράδεισο –  η οικογένεια λοιπόν μπορεί να είναι και κομμουνιστικός Παράδεισος. Εάν δεν μπορώ, ζω στην Κόλαση της Κυριαρχίας. Η οικογένεια μπορεί να είναι Παράδεισος, μπορεί όμως να είναι και Κόλαση. Η οικογένεια που αποσυντίθεται και διαλύεται είναι η Οικογένεια-Κόλαση, η εσωστρεφής κλειστή οικογένεια· η οικογένεια που ενδυναμώνεται, είναι η  εξωστρεφής ανοιχτή οικογένεια, είναι η οικογένεια Παράδεισος.

    Διαθέτουμε τρία επιχειρήματα που μας επιτρέπουν να υποστηρίξουμε ότι ακόμα και η ανοιχτή εξωστρεφής πυρηνική οικογένεια είναι ανεπαρκής, περιορισμένων δυνατοτήτων.

Continue reading

μιτζί, νυχτέρι και mutualism

     φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

   το σημερινό σημείωμα το αφιερώνω στον Φιλίστορα

   Τον Σεπτέβριο του 1965 πήγα στη Δευτέρα· τη δασκάλα μου την έλεγαν Δήμητρα κι ήταν από τη Μυτιλήνη, το νησί. Μία από τις φίλες μου λέγεται Δήμητρα, γνωριστήκαμε στο αμφιθέατρο Παπαρρηγοπούλου, στη Φιλοσοφική της Σόλωνος, το 1978-9. Όσο για τη Μυτιλήνη, ντρέπομαι που έχω ζήσει μόνο εκεί, ένα εξάμηνο, κι όχι και στη Χίο, τη Σάμο, την Ικαρία, είναι ένας πόθος που ακόμα δεν έχει εκπληρωθεί κι έχει γίνει παράπονο.

    Πήγα στη Δευτέρα αλλά δεν είχα τετράδιο. Οι κότες δεν γεννούσαν, χειμώνας έρχεται γιατί να γεννήσουν, και δεν είχαμε 3 (τρία) αυγά να αγοράσω ένα τετράδιο. Με τα αυγά αγοράζαμε τα σπίρτα, το αλάτι και το φωτιστικό πετρέλαιο για τις λάμπες, τα μόνα προϊόντα που θυμάμαι ότι δεν ήταν δικά μας και από κάπου τα έφερναν αλλά δεν ήξερα από που –  μετά έμαθα.  Τις τελευταίες μέρες πριν αρχίσω το σχολείο, ξύπναγα και πήγαινα στο κοτέτσι αλλά αυγά δεν έβρισκα. Τη λύση τη βρήκε ο παππούς μου ο σοφός: μου είπε να σβήσουμε από το τετράδιο της Πρώτης ό,τι ήταν γραμμένο, δέχτηκα, και βρήκε τη δασκάλα και της είπε να μην μου βάζει βαθμό και υπογραφή με το στιλό αλλά με το μολύβι για να μπορέσουμε να τα ξανασβήσουμε. Ξἐρω, ξέρω, δεν θα με πιστέψετε, όπως  δεν με πίστεψε και η παρέα ένα βράδυ στην Αθήνα όταν έκανα το λάθος να αφηγηθώ πως πλέναμε τα σεντόνια και τα παπλώματα και τα βαρειά χειμωνιάτικα ρούχα. Μια μέρα του καλοκαιριού, κάθε οικογένεια φὀρτωνε τον ρουχισμό στα βοήλατα κάρα, παίρναμε το φαϊ μας, όχι νερό,  και πηγαίναμε στο ποτάμι, δεν θα ξεχάσω το κομβόι των κάρων που κινούνταν πολύ πιο αργά από μας, πηγαίναμε δεν πηγαίναμε σχολείο, δεν θα ξεχάσω τις γυναίκες να πλένουν με ασπρόχωμα και στάχτη στις όχθες του ποταμού, σε κάποιον κόλπο, τα ρούχα πάνω στα παραπέτια των κάρων να μουλιάζουν,  κι εμένα πάνω σε ένα παραπέτι να βγαίνει αργά από τον κόλπο και να με παρασέρνει το ρεύμα, καθόλου ορμητικό το καλοκαίρι, να ακούω τις κραυγές τις μάνας μου και τα παλικάρια που κολύμπησαν να με φέρουν στην όχθη κάτω από τις λεύκες.  

    ‘ Ο αφηγητής ‘ , γράφει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, ‘ είναι ο άνθρωπος που θα μπορούσε ν’  αφήσει το φυτίλι της ζωής του να καεί εντελώς στις ήρεμες φλόγες της  αφήγήσής του ‘ .   Με τον καπιταλισμό, ο αφηγητής πεθαίνει, μας λέει ο Μπένγιαμιν· τί να αφηγηθείς εάν έχεις περάσει την παιδική σου ηλικία σε μπαλκόνι φάρδους 1,20 εκ., στην παιδική χαρά και στην τηλεόραση; ΄ Το χάρισμά του (του αφηγητή) ‘ , γράφει ο  Μπένγιαμιν, ‘ είναι η ζωή του, η αξιοπρέπειά του να μπορεί να διηγείται ολόκληρη τη ζωή του ‘ . Το δυστύχημα είναι, όταν δεν με πιστεύουν, ότι εστιάζουν την προσοχή τους σε αυτά που λέω κι όχι στις χειρονομίες κατά τη διάρκεια της αφήγησης. Τώρα αφηγούμαι, γράφοντας, εργαζόμενος, κάνοντας κάτι με τα χέρια μου, έστω, χτυπάω γράμματα στο πληκτρολόγιο. Εάν ο εγκέφαλός μας είναι δημιούργημα των χεριών μας και η ψυχή μας των σχέσεων μας με τους άλλους,  οι χειρονομίες δεν μπορεί παρά να προέρχονται από αυτό που κάνουν τα χέρια μας και οι σχέσεις μας.  Αρκεί να μην είσαι τυφλός. Στη περίπτωση αυτή το μάτι δεν θα συγχρονίζεται με τον εγκέφαλο-ψυχή και τα χέρια. Αυτό είναι το βασικό ανθρωπολογικό επιχείρημα ότι ο Όμηρος δεν ήταν τυφλός – μόνο εάν με στήσουν στον τοίχο θα αλλάξω γνώμη.

   Πριν συνεχίσω, εάν δεν έχετε διαβάσει το πανέμορφο, το πεντάμορφο κείμενο το Μπένγιαμιν Ο αφηγητής (μετ. Ουρανία Νταρλαντάνη) μπορείτε να το βρείτε εδώ, στο τεύχος 11 :  www.Leviathan.gr

Continue reading

ή θα βελάζουμε [μπέεεε], αντί να χειροκροτούμε, ή θα απουσιάζουμε: ανθρωποφύλακας καἶ ανθρωποβοσκός ο Κύριος τσομπάν-τραγουδοποιός Σωκράτης Μάλαμας

   φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

    Δεν έχω πάει σε πολλές συναυλίες, πολύ λίγες θυμάμαι, τα τελευταία δε είκοσι χρόνια δεν έχω πάει ούτε σε μία. Του Ρόρι Γκάλαχερ όμως στην Αθήνα, τον Σεπτέμβριο του 1981, στο γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας, δεν πρόκειται να τη ξεχάσω. Η μεγάλη κόρη μου δεν περπατούσε ακόμα και μόλις αποκοιμήθηκε αργά το βράδυ, καβάλησα τη Χόρεξ που είχα και πήγα. Οι πύλες του γηπέδου ήταν ανοιχτές· ο Ρόρι και η μπάντα του έπαιζε, ο περισσότερος κόσμος, ροκάδες και φρικιά, ήταν στον αγωνιστικό χώρο, καθισμένοι σε παρέες, περπατούσαν, έπαιζαν, χόρευαν, μπαινόβγαιναν στο γήπεδο, έπιναν ό,τι μπορείτε να φανταστείτε,  ζούσαμε μέσα σε ένα ντουμάνι. 

  Πάντα κάτι με ενοχλούσε κάθε φορά που παρακολουθούσα  συναυλία καθισμένος για ώρες, ακίνητος και σιωπηλός. Με ενοχλούσε που ήμουν καθισμένος, ακίνητος και σιωπηλός. Να βλέπω κάποιον να τραγουδά κι εγώ, μαζί με χιλιάδες άλλουες, να μην τραγουδάω, να είμαι καθισμένος, ακίνητος και σιωπηλός είναι μια κατάσταση που μου προκαλεί μεγάλη δυσφορία. Το θεωρώ ξεπεσμό, κατάντια, κοινωνική και ψυχική εξαθλίωση. Ξέρετε τί μου αρέσει; Να είμαι με παρέα και να τραγουδάμε όλοιες μαζί. Τρελαίνομαι, μα τη Παναγία την Τσουτσουνοφιλούσα. Μου αρέσει να τραγουδάω, δεν θέλω να τραγουδάνε οι άλλοι για μένα. Αλλά δεν τραγουδάω γιατί δεν υπάρχει παρέα – κι άλλα πολλά δεν κάνω γιατί δεν υπάρχει παρέα. Η συναυλία, το πορνό, το γήπεδο, το Κοινοβούλιο, το μπαράκι (το λένε και μαντρί -τη  μπάρα, ποτίστρα)  είναι ενδείξεις ότι δεν τραγουδάμε πια, δεν γαμάμε, δεν παίζουμε, δεν αποφασίζουμε, δεν διασκεδάζουμε.

Continue reading

αραβικός ρομαντισμός: καπιταλισμός και προκαπιταλιστικοί τρόποι παραγωγής στη Συρία (την Αίγυπτο, τη Λιβύη, την Τυνησία, το Ιράκ, την Ιορδανία, τη Σαουδική Αραβία, την Υεμένη . . .)

    φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

    Το 1860 η Γερμανία παρήγαγε λιγότερο ατσάλι από τη Γαλλία και πολύ λιγότερο από την Αγγλία· το 1910 παρήγαγε περισσότερο και από τις δύο! Ανάλογο παράδειγμα τόσο σύντομης,  απότομης και γενικευμένης επέκτασης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σε μια χώρα δεν υπάρχει στην νεώτερη ιστορία. Το 1772, τη χρονιά που γεννήθηκε ο Νοβάλις, αλλά και το 1818, όταν γεννήθηκε ο Μαρξ, και το 1844 όταν γεννήθηκε ο Νίτσε, η Γερμανία ήταν ένας κοινωνικός σχηματισμός στον οποίο επικρατούσε ο φεουδαρχικός τρόπος παραγωγής με τον καπιταλιστικό να έχει εδραιωθεί προ πολλού αλλά να είναι περιθωριακός και να ασφυκτιά μέσα στα πλαίσια του κυρίαρχου τρόπου παραγωγής, επεκτεινόμενος σταθερά αλλά πολύ αργά.  Όταν πέθανε ο Μαρξ, το 1883, η επέκταση του καπιταλισμού ήταν κατακλυσμιαία· το 1900, έτος θανάτου του Νίτσε, η Γερμανία ήταν ένας κοινωνικός σχηματισμός με κυρίαρχο τρόπο παραγωγής τον καπιταλιστικό, με ελάχιστα κατάλοιπα του φεουδαλισμού.

      Οι παρατηρήσεις αυτές μας παρακινούν να διατυπώσουμε κάποιες σκέψεις.

Continue reading

2. η προληπτική αντεπανάσταση του νεοφιλελευθερισμού

 φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

    Διατυπώνουμε την εξής υπόθεση εργασίας: θα μπορούσε να υπάρχει ένας παγκόσμιος καπιταλισμός της καθολικής τρίωρης εργασίας; Ναι, θα μπορούσε αλλά δεν πρόκειται να υπάρξει.  Κάθε μία από αυτές τις απαντήσεις εγείρει ένα ερώτημα: Γιατί θα μπορούσε; Γιατί δεν πρόκειται να υπάρξει;

    Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα δεν είναι απλή, είναι απλοϊκή έως αφελής: εάν εργαζόμασταν όλοι και όλες για να παραγάγουμε τον πλούτο που παράγουμε σήμερα θα έπρεπε να εργαζόμαστε τρεις ώρες. Επειδή όμως η απλοϊκότητα και η αφέλεια δεν έχει όρια, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και το εξής: εάν επρόκειτο να επιλύσουμε την ανεργία, με βάση τη λογική και την αλληλεγγύη,  θα έπρεπε να μειώσουμε δραστικά το χρόνο εργασίας, στις τρεις ή τέσσερις ώρες,  ώστε να εργαζόμαστε όλες και όλοι.  Σε αυτήν την δυνατότητα του παρόντος είχε καταλήξει ο Μαρξ πριν από 150 χρόνια: εάν συνεχιστεί η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, με την εφαρμογή της τεχνοεπιστήμης στην παραγωγή, θα φτάσουμε στο σημείο να παράγεται τεράστιος κοινωνικός πλούτος, πολύ γρήγορα και από ολοένα και λιγότερους παραγωγούς. Αυτός ήταν και ο λόγος των διθυραμβικών ύμων του για τον καπιταλισμό και την αστική τάξη της εποχής του. Και σήμερα αυτή η δυνατότητα είναι πραγματική: θα μπορούσαμε όλοι και όλες να εργαζόμασταν τρεις ώρες.

     Ποιές όμως θα ήταν οι συνέπειες μιας καθολικής τρίωρης εργασίας;

Continue reading

σημεία στίξης: η Τροχαία (ή τα φρένα;) του γραπτού λόγου

     φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

    Θα γράψουμε όπως έγραφαν οι αρχαίοι Έλληνες, με κεφαλαία γράμματα και χωρίς κενό μεταξύ των λέξεων,  το τέλος ενός διηγήματος που κάθε φορά που το διαβάζω βουρκώνω και δακρύζω, κι ας προσπαθήσουμε να το διαβάσουμε:

     ΔΙΟΤΙΑΝΕΛΟΓΙΣΘΗΝΟΣΑΜΟΙΕΛΕΓΕΠΕΡΙΑΥΤΟΥΠΑΡΕΒΑΛΟΝΤΗΝ ΑΓΑΘΟΤΗΤΑΤΟΥΠΑΡΑΦΡΟΝΟΣΜΕΤΗΝΒΔΕΛΥΡΑΝΠΑΝΟΥΡΓΙΑΝΤΟΥΠΡΩΗΝ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥΚΑΙΔΕΝΗΕΞΕΥΡΟΝΝΑΕΥΡΩΠΟΙΟΣΕΚΤΩΝΔΥΟΗΤΟΝΟ ΦΟΝΕΥΣ ΤΟΥΑΔΕΛΦΟΥΜΟΥ

     Κι ας το γράψουμε όπως το έγραψε ο Γεώργιος Βιζυηνός:

    Διότι ανελογίσθην όσα μοί έλεγε περί αυτού· παρέβαλον την αγαθότητα του παράφρονος με την βδελυράν πανουργίαν του πρώην ταχυδρόμου, και δεν ήξευρον να εύρω,  ποίος εκ των δύο ήτον ο φονεύς του αδελφού μου!

    Δεν θα μπορούσαμε, φίλες και φίλοι,  να γράφουμε και να διαβάζουμε όπως έγραφαν οι αρχαίοι Έλληνες. Η ζωή μας θα γίνονταν, μα την Παναγία, πολύ δύσκολη. Το ερώτημα είναι πως τα κατάφερναν οι αρχαίοι Έλληνες όχι να γράψουν αλλά να διαβάσουν αυτά που έγραφαν, με τον τρόπο που τα έγραφαν. Με άλλα λόγια, πώς έγραφαν και διάβαζαν κείμενα χωρίς σημεία στίξης;  

    Θα εκπλαγείτε βέβαια, αν και δεν θα έπρεπε, αν σας πω ότι τα διάβαζαν πολύ εύκολα και πολύ γρήγορα διότι είχαν στη διάθεσή τους ένα τρόπο να δηλώνουν πότε, πού έπρεπε να σταματούν και πόσο κάθε φορά. Εμείς χρησιμοποιούμε τα σημεία στίξης για να το καταφέρουμε αυτό. Οι αρχαίοι Έλληνες;

Continue reading