Tσαντιλιάδας Α (1)

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

σήμερα έχω γενέθλια και γιορτή, κλείνω τα 53 – εάν γεννιόμουνα κορίτσι θα με λέγανε Τριανταφυλλιά, οπότε, το πλήρες όνομά μου  είναι

Αθανάσιος Τριανταφυλλιά Δρατζίδης

και δεν θα ενοχληθώ καθόλου, ίσα ίσα θα χαρώ πολύ,  εάν με φωνάζετε και Τριανταφυλλιά.

Για τη παρέα που κάναμε όλο αυτό το χρόνο, σας χαρίζω τις πρώτες σελίδες από ένα κείμενο στο οποίο έχω δώσει τον τίτλο Τσαντιλιάδα (24 ραψωδίες). Υιοθετώντας τη ρήση του Κάντ ότι η Γαλλική Επανάσταση είναι μεγάλο γεγονός διότι μας αναγκάζει να ξανασκεφτούμε, θεωρώ ότι τα γεγονότα του 20ου αιώνα και των πρώτων ετών του 21ου μας αναγκάζουν να ξανασκεφτούμε τη γένεση, την ιστορία, το παρόν και το μέλλον του  δυτικού πολιτισμού. Αυτό επιχειρώ να κάνω με την Τσαντιλιάδα.

Τσαντιλιάδα

ραψωδία Α

Να σι φαν τα σκλιά να σι φαν, άκουσε μέσα του τη χλευαστική φωνή του αδερφού του ο Χρύσης και τον είδε, λες κι ήταν εδώ, μπροστά,  να τον κυνηγάει με ένα σκουπόξυλο στη αυλή του σπιτιού τους κι αυτός να ανεβαίνει στη ροδακινιά, γελώντας, από όπου κατέβαινε συνήθως μια γάτα με ένα πουλί στο στόμα, καθώς είδε ένα σκυλί να τραβάει με το στόμα τα έντερα από τη κοιλιά ενός νεκρού, ενός νεκρού ξαπλωμένου ανάσκελα καμιά εικοσαριά βήματα από την ακρογιαλιά, ενός νεκρού που δεν ήταν Τρώας αλλά ήταν παλικαράκι, κι άλλο ένα να προσπαθεί να αποσπάσει ένα κομμάτι σάρκας από το λαιμό. Ένα άλλο, λίγο πιο πέρα, έτρωγε το συκώτι, συκώτι πρέπει να ήταν. Ένας γύπας κάθονταν στη κορυφή μιας νεκρής, καμένης, κεραυνόπληκτης βελανιδιάς, κάθονταν σκεφτικός κι αναποφάσιστος. Δεν ήταν θεός, ή θεά, ένας γύπας ήταν. Ένας γύπας που σκέφτονταν εάν τον έπαιρνε να τη πέσει στα σκυλιά, ένας γύπας που έθεσε στον εαυτό του το ερώτημα, “ποιος είναι πιο ισχυρός, εγώ ή τα σκυλιά;” και η αδυναμία του να απαντήσει ήταν η απάντηση.
Τα σκυλιά τον είδαν αλλά ήταν μπουκωμένα και δεν γάβγισαν.  Δεν ήταν άγρια σκυλιά, ήταν σκυλιά των ηρώων, ήταν τσοπανόσκυλα, πιο άγρια από τα άγρια, μοβόρικα και θρασύδειλα, ζούσαν με πτώματα, σκυλιά που τον είχαν τρομάξει όταν ήταν πιτσιρικάς, σκλιά που τα είχε φοβηθεί, σκλιά που τον έκαναν να τα κάνει πάνω του και να πάει στη μάνα του χεσμένος, δεν πειράζει, Χρύση, δε πειράζει, θα σε πλύνω, αγόρι μου, δε πειράζει, έτσι ήρθαν τα πράματα, κάθε εμπόδιο για καλό, σκλιά που τον δάγκωσαν στο δεξί του κωλομέρι, δεν τα είχε κλείσει τα οχτώ, πήγαινε στη Τρίτη, σκλιά με δόντια σουβλερά, τα ένιωσε καθώς μπήγονταν στα σάρκα του, σκλιά που δε θα τα ξεχάσει, ούτε αυτά ούτε τα αφεντικά τους, σκλιά ψοφοδεή και θρασύδειλα, αρκεί να ορμούσες πάνω τους τρέχοντας, ουρλιάζοντας, με ανοιχτά τα χέρια, σκλιά ηρωικά, σκλιά που νόμιζαν ότι θα τα πιάσεις, έβαζαν την ουρά στα σκέλια τους, έκαναν μεταβολή και την έκαναν, ολόιδια τα αφεντικά τους που λένε στα πρόβατά τους να μην ξύνονται στη γκλίτσα του τσομπάνη. Τον είδαν, τον γνώρισαν, κάνα δυο από αυτά είχαν δοκιμάσει στη πλάτη τους τι θα πει να τρως μαγκουριά, και μάλιστα από κρανιά, από τα χέρια του Χρύση, του σοφού Χρύση, κι έκαναν πως δεν τον ξέρουν. Όπως και τ΄ αφεντικά τους.
Ξύπνησε πριν η Αυγή αφήσει την αγκαλιά του Τιθωνού για να φέρει το φως στους θνητούς και τους θεούς, στους εργάτες και τους τραπεζίτες, όπως

Continue reading

παθητικότητα, απουσία, καταστροφή, δημιουργία

 

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

Σήμερα θα υποστηρίξουμε την άποψη ότι η συνειδητή και συλλογική παθητικότητα είναι ένα πολύ ισχυρό όπλο που διαθέτουμε κατά την διεξαγωγή του κοινωνικού πολέμου, του πολέμου μεταξύ των Υποτελών Παραγωγών και του Κυρίου. Αν και η Κυριαρχία, η σχέση μεταξύ αυτού που διατάζει και απαγορεύει κι αυτού που υπακούει και εκτελεί δεν περιορίζεται μεταξύ του Κυρίου καπιταλιστή της παραγωγής και του χρήματος και των Υποτελών Παραγωγών αλλά αφορά κάθε κοινωνική σχέση, εμείς σήμερα θα εστιάσουμε την προσοχή μας στην κοινωνική, ταξική Κυριαρχία – πολλά όμως από αυτά που θα υποστηρίξουμε ισχύουν για κάθε μορφή Κυριαρχίας.

Η Κυριαρχία παράγει εγγενώς και εμμενώς παθητικότητα,  δεν γίνεται να μην παράγει παθητικότητα.Και όταν απαγορεύει και όταν διατάζει. Όταν απαγορεύει, όταν παράγει υποταγή, μας ορίζει τι να μην κάνουμε – άρα, παράγει παθητικότητα. Η υποταγή, η υπακοή, η πειθαρχία είναι παθητικότητα. Όταν διατάζει, μας λέει τι να κάνουμε. Όταν υπακούουμε και εκτελούμε την διαταγή, υποτασσόμαστε – η διαταγή, όταν εκτελεστεί,  παράγει υποταγή, άρα, παράγει παθητικότητα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που σε γλωσσικό και γραμματικό επίπεδο η Προστακτική είναι ξαδερφάκι της Υποτακτικής: Ο Κύριος διατάζει τον εργάτη να δουλέψει – αυτό το ‘να δουλέψει’ είναι Υποτακτική, Ή, ο Κύριος λέει στον εργάτη: δούλευε! Αυτό το δούλευε είναι Προστακτική. Η δε διάκριση Ενεργητικής και Παθητικής Φωνής δεν είναι και τόσο σημαντική όσο νομίζουμε! Ο εργάτης παρήγαγε καρέκλες – οι καρέκλες παράχθηκαν από τον εργάτη.

Θα πρέπει λοιπόν να διακρίνουμε μεταξύ της απαγορευτικής παθητικότητας και της προστακτικής παθητικότητας. Αποκαλώ την πρώτη, την υπακοή στην απαγόρευση,  παθητική παθητικότητα και τη δεύτερη, την εκτέλεσηγ της διαταγής, ενεργητική παθητικότητα. Στη διαταγή, στην προσταγή, συνυπάρχει η παθητικότητα (της υποταγής, της υπακοής) και η ενεργητικότητα (της εκτέλεσης της διαταγής) – κια υτός είναι ο λόγος που μας ενδιαφέρει πιο πολύ η διαταγή από την απαγόρευση. Η διαταγή είναι απόπειρα κινητοποίησης του Υποτελούς κι αν υπάρξει υποταγή, έχουμε την πραγμάτωση της κινητοποίησης: ο Υποτελής εργάζεται, πολεμά, ψηφίζει, καταναλώνει, διαμαρτύρεται, πορεύεται, αγανακτεί, ικετεύει, θρηνεί, κλπ. Η υπακοή στην διαταγή, η εκτέλεση της διαταγής είναι ένα σχήμα οξύμωρον, μια εγγενής αντίφαση, ένα μυστήριο – παύει όμως να είναι τέτοιο εάν σκεφτούμε ότι εάν δεν εκτελεστεί η διαταγή η σχέση Κυριαρχίας καταλύεται. Εάν εκτελεστεί, η Κυριαρχία αναπαράγεται. Ο Υποτελής εκτελεί τη διαταγή και έτσι παίρνει ένα μέρος του κοινωνικού πλούτου που παράγει, όσο μικρό κι αν είναι αυτό. Ο Κύριος δεν προσδοκά μόνο την παθητική εκτέλεση της διαταγής αλλά την ενεργητική εκτέλεση της διαταγής. Εάν εκτελούσαμε παθητικά τις διαταγές, τώρα δεν θα υπήρχε ούτε καπιταλισμός ούτε Κυριαρχία. Γιατί όμως εκτελούμε ενεργητικά, με πρωτοβουλία, (όχι όμως με όρεξη και κέφι!) τη διαταγή;  (Γιατί υπάρχει αυτή η αντίθεση μεταξύ λογικής και αισθήματος;) Επειδή είμαστε γλείφτες ή ρουφιάνοι ή εργασιομανείς ή δουλοπρεπείς ή χεσμένοι από το φόβο;

Continue reading

Γραμμική Γραφή Α’: μελέτη των πινακίδων ΗΤ 114 και ΗΤ 88 (2)

 

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

‘Εάν σου χτυπήσει ένα κακό την πόρτα, άνοιξέ την να μπούνε όλα’, λέει μια κινέζικη παροιμία κι αυτό έκανα κι εγώ. Επανέρχομαι, γερός, για να συνεχίσουμε αυτό που αφήσαμε στη μέση.

Στο προηγούμενο σημείωμα μελετήσαμε δυο πινακίδες της εικονογραφικής γραφής που κατέγραφαν σιτάρι και βέλη η μία, μόνο σιτάρι η άλλη. Είπαμε επίσης ότι η εικονογραφική γραφή εμφανίζεται την εποχή που κτίζονται τα συγκροτήματα κτιρίων που συνηθίζουμε να αποκαλούμε ‘ανάκτορα’. Υποστηρίξαμε ότι τα κτίρια αυτά δεν είναι το ενδιαίτημα και ο διοικητικός μηχανισμός μιας άρχουσας τάξης με επικεφαλής έναν ισχυρό ηγεμόνα αλλά αποθήκες, εργαστήρια και κατοικίες τεχνιτών και των συντονιστών των εργασιών. Βασιζόμενοι σε αυτή την εικασία, υποστηρίξαμε επίσης ότι οι πινακίδες που καταγράφουν σιτάρι και βέλη (για κυνήγι, κατά τη γνώμη μου) δεν είναι πινακίδες φορολόγησης αλλά καταγραφής φορέων προσφοράς, τόπου αποθήκευσης της προσφοράς ή και παραληπτών της προσφοράς.

Κατά τους δυο τελευταίους αιώνες της μεσομινωνιής εποχής (1650-1450) εμφανίζεται μια νέα γραφή, η Γραμμική Α’. Γιατί; Να ένα ερώτημα. Δεν τους έκανε η εικονογραφική γραφή; Για να την αλλάξουν σημαίνει ότι δεν τους έκανε. Αλλά αυτή η αλλαγή δεν ήταν μια απόφαση της στιγμής αλλά της ανάγκης. Οι πινακίδες της εικονογραφικής γραφής έχουν κείμενα με μία ή δυο πληροφορίες. Τα κείμενα των πινακίδων της  Γραμμικής Α΄καταγράφουν πολλά προϊόντα, πολλές πληροφορίες, απαρτίζονται δηλαδή από πολλές προτάσεις – κάθε πληροφορία είναι μια πρόταση. Η ανάγκη της καταγραφής περισσότερων προϊόντων ήταν ο λόγος που η εικονογραφική γραφή μετεξελίχθηκε κατά τη διάρκεια ενός μεγάλου χρονικού διαστήματος στην Γραμμική Α’. Πως έγινε αυτό θα το εκθέσω παρακάτω.

Αριστερά σας βλέπετε την ΗΤ 114. (Η μεταφορά της φωτογραφίας έκοψε πάνω και κάτω αλλά εάν κάνετε ένα κλικ θα τη δείτε και μεγεθυμένη και πλήρη). Η πρώτη φωτογραφία είναι η πινακίδα ως έχει. Η δεύτερη είναι αναλυτική: παρουσιάζει τις προτάσεις ξεχωριστά για να μπορέσουμε να τις μελετήσουμε.

Continue reading

Γραμμική Γραφή Α’: μελέτη των πινακίδων ΗΤ 114 και ΗΤ 88 (1)

 

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

Σήμερα θα ασχοληθούμε με δυο πινακίδες της κρητικής εικονογραφικής γραφής, τις βλέπουμε στα αριστερά μας – πρόκειται για τις πινακίδες P. 101c και  P 103d και, αύριο, με  δυο πινακίδες της Γραμμικής Γραφής Α’, τις ΗΤ 114 και ΗΤ 88.

Οι πινακίδες της εικονογραφικής γραφής προέρχονται από  ένα χώρο της δυτικής πτέρυγας του ‘ανακτόρου’ της Κνωσού που είναι γνωστός ως Hieroglyphic Deposit (Αποθέτης των Ιερογλυφικών). Η εικονογραφική γραφή εμφανίζεται τη εποχή που οικοδομούνται αυτά τα μεγάλα συγκροτήματα κτιρίων τα οποία αποκαλούμε ‘ανάκτορα’ αλλά ο χαρακτηρισμός είναι λίαν ατυχής διότι, όπως θα δούμε, δεν είναι ανάκτορα κάποιου βασιλιά, τον οποίο ονομάσαμε μάλιστα και Μίνωα. Τα κτίρια αυτά άρχισαν να κτίζονται μετά το 1900-1850 π. Χ. αλλά δεν χτίστηκαν μονομιάς: για δυο αιώνες, μέχρι το 1650,συνεχώς γίνονταν μετατροπές και διαρκώς προστίθενταν νέοι χώροι. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ μα ποτέ ότι η οικοδόμηση των κτιρίων και η εμφάνιση της γραφής είναι άρρηκτα συνδεδεμένα: το ερώτημα ‘για ποιο λόγο χρησιμοποίησαν τη  γραφή’ σχετίζεται άμεσα με το ερώτημα: τι ήταν αυτά τα κτίρια, γιατί τα έχτισαν, ποια ήταν η λειτουργία τους;

Παραθέτω τις πινακίδες της εικονογραφικής γραφής διότι χωρίς αυτές δεν μπορούμε να κατανοήσουμε ( όχι να διαβάσουμε) τις πινακίδες της Γραμμικής Γραφής Α’, οι οποίες  βρέθηκαν κι αυτές μέσα σε ‘ανάκτορο΄, στην  Αγία Τριάδα, κοντά στη Φαιστό, στη νότια Κρήτη, όπου και εκεί είχε εμφανιστεί μια εικονογραφική γραφή η οποία είναι διαφορετική από αυτήν της Κνωσού – ο δίσκος της Φαιστού και ο πέλεκυς του Αρκαλοχωρίου είναι οι μόνες μαρτυρίες αυτής της γραφής.  Θα μελετήσουμε λοιπόν αυτές τις δυο πινακίδες ως εξής: μας δίνουν κάποιες απαντήσεις στα ερωτήματα της λειτουργίας των κτιρίων, της γραφής και της στενής σχέσης αυτών των δυο αλληλένδετων φαινομένων;

Η πρώτη πινακίδα, η P. 101c,  διαβάζεται από τα δεξιά προς τα αριστερά. (Οι φωτογραφίες μεγεθύνονται εάν κάνετε ένα ή δυο κλίκ). Τι βλέπουμε; Βλέπουμε ένα μεγάλο πιθάρι το οποίο έχει μέσα σιτάρι ή κριθάρι. Το ίδιο πιθάρι το βλέπουμε και στην άλλη πινακίδα, την P. 103d, η οποία διαβάζεται από τα αριστερά στα δεξιά. Φαίνεται πως δεν είχε επικρατήσει ένα σύστημα γραφής από τα αριστερά προς τα δεξιά ή το αντίθετο,  ότι οι γραφείς ήταν ελεύθεροι να καταγράψουν τις πληροφορίες που ήθελαν. Αυτή η ελευθερία θεωρώ ότι είναι μια επιπλέον ένδειξη της ελευθερίας που επικρατούσε την περίοδο εκείνη, την μεσομινωική, από το 1850 μέχρι το 1650 (εννοείται πάντα π.Χ.).

Αριστερά του πιθαριού της P. 101c βλέπουμε μια μικρή ευθεία γραμμή και εφτά τελείες. Η ευθεία γραμμή είναι ο αριθμός εκατό και κάθε τελεία είναι  το δέκα. Το 1 δηλώνεται με μια μικρή κάθετη γραμμή. Είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι και στα τρία γραφικά συστήματα (εικονογραφική, Γραμμική Α’ και Β’) επικρατεί το δεκαδικό σύστημα. Έχουμε λοιπόν 170 πιθάρια σιταριού ή κριθαριού, ας υπόθέσουμε σιταριού. Οι γραφείς γνώριζαν για ποιο προιόν πρόκειται και δεν υπήρχε λόγος να το δηλώσουν – στις πινακίδες της Γραμμικής Α, όπως θα δούμε, καταγράφεται και σιτάρι και κριθάρι.

Μετά τους αριθμούς ακολουθεί κάτι σαν σταυρός, κάτι σαν χι. Τι είναι αυτό το σημάδι; Το παραβλέπουμε προς το παρόν. Ακολουθεί ένα βέλος και ο αριθμός 160. Η πινακίδα καταγράφει 170 πιθάρια σιταριού και 160 βέλη. Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα, μια δυσκολία που έχει κάποια σχέση με το σταυρό, με το χι μεταξύ των πιθαριών και των βελών.

Για ποιο λόγο καταγράφονται τα πιθάρια του σιταριού και τα βέλη; Ανήκουν σε κάποιον; Κάπου είναι αποθηκευμένα; Κάποιος πρέπει να τα δώσει; Σε κάποιον πρέπει να δοθούν; Εάν κάποιος πρέπει να τα δώσει, είναι φόρος σε είδος ή προσφορά; Πορος προσφέρει σε ποιον; Γιατί; Πως καθορίζεται η προσφορά;

Continue reading

γη, λαός, Τάρταρα

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

Αύριο, Δευτέρα, 9/1/12, θα κάνουμε μια πρώτη απόπειρα να μελετήσουμε δυο πινακίδες της Γραμμικής Γραφής Α’, την ΗΤ 114 και την ΗΤ 88. Το ΗΤ είναι αρχικά του τοπωνυμίου Αγία Τριάδα (Hagia Triada, κοντά στη Φαιστό), όπου ανακαλύφθηκε ένα μινωικό ‘ανάκτορο’ και το οποίο μας έδωσε το μοναδικό αρχείο  150 περίπου πινακίδων της Γραμμικής Α’.

Έχουμε υποστηρίξει σε προηγούμενα σημειώματα ότι για να μπορέσουμε να αποκρυπτογραφήσουμε, να διαβάσουμε τα κείμενα των πινακίδων θα πρέπει αφενός να έχουμε μια εικόνα (α) της κοινωνικής οργάνωσης των νεολιθικών κοινοτήτων, (β) της οικονομίας του Ναού, και (γ) της γένεσης και λειτουργίας της γραφής σε αυτήν την οικονομία, και αφετέρου να περιγράψουμε αδρά τη γλώσσα των πινακίδων.

Υποστηρίζουμε ότι οι πρώτοι κάτοικοι της Κύπρου, των νησιών της μικρασιατικής παραλίας και της Κρήτης προέρχονταν από τη Μικρά Ασία. Είμαστε βέβαιοι ότι η επέκταση των νεολιθικών κοινοτήτων γίνονταν από ανατολικά προς τα δυτικά και πληθώρα ενδείξεων μας παρακινούν να εικάσουμε βάσιμα ότι και οι κάτοικοι της ελλαδικής χερσονήσου προέρχονταν από τη μικρασιατική χώρα. Η Γραμμική Γραφή Β’ και οι πολλές προελληνικές λέξεις μας επιτρέπουν να εντοπίσουμε κάποια γενικά χαρακτηριστικά της γλώσσας που μιλούσαν κάτοικοι των νεολιθικών κοινοτήτων: ήταν συγκολλητική και οι βασικές λέξεις ήταν μονοσύλλαβες.

Η δυσκολία να διαβάσουμε τις πινακίδες της Γραμμικής Α΄ οφείλεται κυρίως στην ανυπαρξία δίγλωσσων κειμένων. Τα κείμενα της Γραμμικής Β’ διαβάστηκαν χωρίς να υπάρχουν δίγλωσσα κείμενα για δυο λόγους: πρώτον, επισημάνθηκε (από την Alice Kober, το 1948), πριν την αποκρυπτογράφηση από τον Βέντρις,  ότι η γλώσσα των πινακίδων ήταν κλιτική και, δεύτερον, από την ύπαρξη των ιδεογγραμμάτων, των απεικονίσεων των αντικειμένων που καταγράφονταν. Ένα παράδειγμα: δίπλα στη λέξη pa-ka-na υπήρχε ένα ιδεόγραμμα του ξίφους – ο Βέντρις υπέθεσε ότι θα μπορούσε αυτή η γλώσσα να ήταν η ελληνική, μιας και είναι κλιτική γλώσσα. Και διάβασε τη λέξη ‘φάσγανα’, μια λέξη που τη διαβάζουμε συχνά στην Ιλιάδα και προέρχεται από το *σφάγανα (σφαγή, σφάζω).

Continue reading

τι θα γίνει εάν (μπορέσουμε να) ζήσουμε χωρίς χρήμα;

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

Ο Κύριος μας βάζει το εξής δίλημμα:  ή θα υποταχτείτε, θα υπακούσετε και θα σας τα πάρουμε σχεδόν όλα ή δεν θα υποταχτείτε, θα εξεγερθείτε, θα επαναστατήσετε και θα σας τα πάρουμε όλα. Οφείλετε να επιλέξετε μεταξύ ένδειας, φτώχειας, λιτότητας, εξαθλίωσης και θανάτου.

Το δίλημμα διατυπώνεται καθαρά και ξάστερα. Ο Προβόπουλος και ο Παπαδήμος είναι σαφέστατοι: έάν δεν δεχτείτε να χάσετε πολλά, θα τα χάσετε όλα. Θα γυρίσουμε στη δεκαετία του ’50 και του ’60. Εάν φύγουμε από το εβρό, μέχρι να τυπωθεί το νέο νόμισμα, δυο τρεις μήνες, μπορεί και περισσότερο, θα υπάρξει αντιπραγματισμός, δεν θα υπάρχει χρήμα, θα ανταλάσσουμε ανταλλακτικά με φασολάκια, μαθήματα με τυρί, ηλεκτρικό με πίπες. Τι δράμα!  Πίσω από αυτούς στοιχίζονται όλα τα τσιράκια, όλοι οι λακέδες, όλοι οι ρουφιάνοι του Κυρίου, και πολιτικοί, δεξιοί κι αριστεροί, και  δημοσιογράφοι, και όλοι οι φαιδροί διανοούμενοι,  φονιάδες της ελεύθερης σκέψης, φιλόσοφοι μ’ αρχίδια σαν τον Ράμφο και  τον Γιανναρά, ας πούμε.

Να ποιος είναι ο κίνδυνος, να ποια είναι η απειλή: η έλλειψη χρήματος ισοδυναμεί με θάνατο. Με θάνατο; Τίνος τον θάνατο; Των υποτελών Παραγωγών ή του Κυρίου; Ο Κύριος μας λέει ότι ισοδυναμεί με τον θάνατό μας. Μήπως όμως θέλει να μας πει κάτι άλλο αλλά φοβάται να το πει; Μήπως εννοεί τον δικό Του θάνατο; Μήπως εννοεί δηλαδή τον θάνατο της καπιταλιστικής Κυριαρχίας; Μήπως η επισήμανση του κινδύνου και της διατύπωσης της απειλής της ανυπαρξίας του χρήματος δεν είναι παρά μια καλυμμένη διατύπωση ενός φόβου, ενός εφιάλτη του Κυρίου; Για ποιον εφιάλτη πρόκειται; Πρόκειται για τον εφιάλτη του κομμουνισμού. Ο Κύριος θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να μην μπορέσουμε να ζήσουμε χωρίς χρήμα: θα κλείσει τους χώρους παραγωγής, θα φυλάει με αστυνομία και στρατό τις αποθήκες του κοινωνικού πλούτου, θα ελέγξει τη μεταφορά του πλούτου. Οπότε, το επίδικο αντικείμενο του κοινωνικού πολέμου (‘της ταξικής πάλης’, του ‘επαναστατικού αγώνα’) αλλάζει περιεχόμενο: εμείς θα επιχειρήσουμε να ζήσουμε χωρίς χρήμα, ο Κύριος θα επιχειρησει να καταστρέψει μια τέτοια ικανότητα και δυνατότητα.

Εγώ, εσείς, φίλες και φίλοι, θα δώσετε φασολάκια, εάν είστε αγρότης, και θα πάρετε φάρμακα από τον εργάτη της φαρμακοβιομηχανίας. Θα κάνετε μαθήματα στα παιδιά του μηχανικού που θα σας φτιάξει το αυτοκίνητο αλλά ο Προβόπουλος και ο Παπαδήμος και ο Ράμφος και ο Γιανναράς τι μπορούν να δώσουν; Αυτό είναι το πρόβλημα του Κυρίου! Προστασία; Σωτηρία; Δεν τις χρειαζόμαστε.  Το μόνο που μπορούν να δώσουν είναι ο κώλος τους. Ποιος όμως τους γαμάει; (Κάποιοι θα βρεθούν. . .). Ή να σηκωθούν να φύγουν, να τη κοπανήσουν. Ή να μείνουν και να γίνουν αποδέκτες ελεημοσύνης – έτσι κι αλλιώς ζητιάνοι είναι και ζητιάνοι θα παραμείνουν.

Ο τρόμος του Κυρίου είναι ο εξής: τι θα γίνει εάν ζήσουμε τρεις μήνες, έξι μήνες χωρίς χρήμα; Ποιες θα είναι οι επιπτώσεις αυτής της συλλογικής εμπειρίας, αυτού του ακούσιου, αναγκαστικού κοινωνικού πειραματισμού; Ο Κύριος μας διαβεβαιώνει ότι αυτό το χρονικό διάστημα θα αντιμετωπίσουμε το φάσμα του λιμού και του θανάτου. Διότι ο μόνος τρόπος να φας είναι να αγοράσεις φαγητό, ο μόνος τρόπος να έχεις ηλεκτρικό είναι να πληρώσεις το ηλεκτρικό, ο μόνος τρόπος να μετακινηθείς με το λεωφορείο είναι να πληρώσεις εισιτήριο. Δεν μπορεί να διανοηθεί ότι μπορείς να φας, να έχεις ηλεκτρικό, να μετακινείσαι χωρίς χρήμα. Και εγείρονται τα ερώτηματα: όλος αυτός ο πλούτος που βρίσκεται στις αποθήκες τι θα γίνει; Όλα αυτά τα μηχανήματα, τα εργαλεία θα μείνουν αχρησιμοποίητα;

Και το βασικό ερώτημα: θα μπορέσουμε να ζήσουμε χωρίς χρήμα, εάν δεχτούμε ότι όντως υπάρχει το ενδεχόμενο να μην υπάρχει χρήμα για ένα μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα; Πως θα ζούμε χωρίς χρήμα;

Continue reading

όρια και κανόνες της αλληλεγγύης (παροχής βοήθειας)

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

Έχει η ζωή κάποιο νόημα; Κι αν έχει, ποιο είναι αυτό; Πως μπορούμε να το βρούμε;

Μια μέρα, ήμουν έφηβος, καθόμουνα με μια μεγάλη παρέα σε ένα καφενείο της Παλιάς Πεντέλης. Δίπλα μας καθόταν ένας γέρος, πολύ γέρος, ζωντανός γέρος, με τον οποίον η παρέα συχνά συνομιλούσε. Κάποιος από τη παρέα, μεταξύ σοβαρού και πειράγματος, τον ρώτησε: Μιχάλη, τι κατάλαβες από τη ζωή σου; Η απάντηση: Δεν κατάλαβα τίποτα. Τώρα θα καταλάβω.

Θυμάμαι και θα θυμάμαι τα λόγια του, έως ότου έρθει και η δική μου ώρα να καταλάβω. Κάπου-κάπου ακούμε λόγια που χαράζονται ανεξίτηλα μέσα μας, λόγια που μας δείχνουν μια κατεύθυνση, μας δίνουν δουλειά για το σπίτι, λόγια που μας παροτρύνουν να κάνουμε έρευνες. Όλα αυτά τα χρόνια προσπάθησα να γεμίσω με ένα περιεχόμενο αυτό το ΄τώρα θα καταλάβω’. Το γέμιζα, το άδειαζα, το ξαναγέμιζα. Τώρα τελευταία, εδώ και αρκετα χρόνια, εικάζω ότι αυτό που θα καταλάβουμε μόνο μερικώς μπορούμε να το εννοιολογήσουμε, να το περιγράψουμε – κι αυτό λόγω των πεπερασμένων δυνατοτήτων του τεχνητού συστήματος που λέγεται ‘γλώσσα’. Αυτό που θα νιώσουμε δεν μπορεί να το αποδώσει η γλώσσα – και ίσως να μην υπάρχει λόγος. Υπάρχει όμως και κάτι που μπορούμε να το καταλάβουμε και να το κατανοήσουμε. Είναι η μοναξιά του θνήσκοντος ανθρώπου.

Εάν η ζωή έχει κάποιο νόημα, αυτός που μπορεί να μας το πει δεν είναι ο ζωντανός αλλά ο θνήσκων.  Ποια είναι η μοναξιά του θνήσκοντος; Είναι η μοναξιά του αβοήθητου, είναι η μοναξιά αυτού που δεν μπορεί να βοηθηθεί από τους άλλους. Ο θνήσκων δεν μπορεί να πει ‘βοήθησέ με’ – και δεν το λέει, εκτός κι αν εννοεί, βοήθησέ με να πεθάνω. Κι αν μας το ζητήσει, οφείλουμε να βοηθήσουμε. Μπορεί να μας πει, ‘δεν θέλω να πεθάνω’ αλλά δεν μπορεί να μας πει ‘βοηθήστε με να μην πεθάνω’ – εννοώ τους γέρους, μην παρεξηγηθούμε, please. Ουδεμία παροχή βοήθειας, ουδεμία αλληλεγγύη μπροστά στον θάνατο.

(Η μοναξιά και η μοναχικότητα, ως διάρρηξη, ακούσια στην πρώτη περίπτωση, εκούσια στη δεύτερη, της σύνδεσης ατομικότητας και κοινωνίας, είναι εκφάνσεις της νεκροζωντανότητας, είναι εμπειρία θανάτου. Αυτός, αυτή που νώθει μοναξιά, δεν μπορεί να βοηθηθεί, όπως και ο θνήσκων. Στη περίπτωση της μοναξιάς, υπερισχύει η μια πλευρά του κάλλους, η φρίκη – στη περίπτωση της μοναχικότητας, η άλλη, η πραότητα. )

Continue reading

με το δάχτυλο στη σκανδάλη της δημιουργικής ετοιμότητας, καριόλη Κύριε!

 

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

Θα πω για τον καημό μου, για έναν καημό που δεν είναι παράπονο, δεν είναι γκρίνια, δεν είναι διαμαρτυρία, δεν είναι θρηνωδία, δεν μπορεί να είναι τώρα πια, για μένα είναι πολύ αργά, δεν μου επιτρέπεται ούτε να ενθουσιάζομαι ούτε να απογοητεύομαι, ούτε να είμαι αισιόδοξος ούτε απαισιόδοξος, το μόνο που μου επιτρέπεται, καριόλη Κύριε, είναι να μην φοβάμαι, να σε κοιτάζω στα μάτια και να μην μπορείς να αναπνεύσεις, να καίγονται τα πνευμόνια σου, η ματιά μου, η ματιά μας, τα βλέμματά μας θα πέσουν σαν τα μαχαίρια της γκιλοτίνας, νεκροζώντανε Κύριε, και θα αποκεφαλίσουν τον μιασματικό θάνατο της ύπαρξής σου, της αναπνοής σου – θέλουμε να ζήσουμε και δεν μας αφήνετε, καριόλια

θα πω για έναν καημό που είναι πόθος, για έναν καημό που είναι λαχτάρα, που είναι φωτιά που ζεσταίνει, δεν καίει, ζεσταίνει τα κύτταρα, καριόλη Κύριε, η φωτιά των κυττάρων μας θα σε κάψει, καριόλη Κύριε, η φωτιά των κυττάρων μας, αυτή η απειροελάχιστη φωτιά των δισεκατομμυρίων κυττάρων των δισεκατομμυρίων κορμιών – θέλουμε να ζήσουμε και δεν μας αφήνετε, καριόλια

Continue reading

αγάπη, δίκτυα τροφίμων και φαρμάκων, διεύρυνση του κομμουνισμού, κοινωνική επανάσταση

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

Η αρχική σημασία της λέξης ‘αγάπη‘ ήταν ‘πολλή τροφή, πολλά τρόφιμα‘, ενώ η λέξη ‘μίσος‘ προέρχεται από μια ρίζα (μόρφημα) που σημαίνει ‘λίγο, λιγόστεμα, μείωση’ – και μάλλον για τη μείωση της τροφής θα πρόκειται. Επιπλέον, από ρίζες που σημαίνουν ‘μείωση, λιγόστεμα’ προέρχονται και οι λέξεις ΄φθόνος‘ (φθίνω, φθίσις) και λοιμός (ασθένεια, επιδημία) και λιμός (πείνα [ ο-λί-γος]). Με αυτές τις λέξεις θα ασχοληθούμε διεξοδικά στο μέλλον και θα δούμε ότι καταγράφουν μια φάση του ποιμενικού τρόπου παραγωγής, κατά την οποία, όταν υπήρχε πολλή τροφή, υπήρχε αγάπη, όταν υπήρχε ένδεια, υπήρχε φθόνος, μίσος, λοιμός και λιμός.

Σήμερα, υπάρχουν πολλά τρόφιμα αλλά αγάπη δεν υπάρχει – τώρα άλλοι πεθαίνουν από πείνα κι άλλοι από το πολύ φαΐ. Ο Κύριος, ο ένοπλος ζητιάνος, χρησιμοποιεί τα τρόφιμα ως όπλο για να επιβάλει, αναπαράγει και ενισχύει την Κυριαρχία του – άλλοτε για να υποτάξει κι άλλοτε για να εξοντώσει. Κι αυτό πρόκειται να κάνει και στο μέλλον, το κάνει ήδη. Μετά τον έλεγχο των φαρμάκων, επιχειρεί την ολοκλήρωση του ελέγχου των τροφίμων. Και έλεγχος σημαίνει κατ’ αρχήν κατοχή της παραγωγής.

Η αντίφαση αυτή, το να πεθαίνουν οι άνθρωποι εν μέσω βουνών και ποταμών τροφής,  είναι μια μόνο μία πτυχή από τις δεκάδες, εκατοντάδες που συγκροτούν τη βασική αντίφαση της εποχής μας: θα μπορούσαμε όλοι και όλες να έχουμε εξασφαλίσει τη τροφή, όπως και να καλύψουμε όλες τις βασικές μας ανάγκες (στέγη, ενέργεια, μετακίνηση, γνώση, υγεία) – κι όμως είμαστε άστεγοι, πληρώνουμε υπέρογκα ενοίκια, υποσιτιζόμαστε, τρώμε σκουπίδια, μετακινούμαστε σαν τα πρόβατα, καταναλώνουμε πολλά και ακριβά φάρμακα, κλπ. Οι βασικές ανάγκες δεν είναι απεριόριστες και άπειρες – είναι μετρημένα κουκιά. Από κει και πέρα, ας αρχίσει για τον καθένα και την καθεμιά  το άπειρο . . .

Η τροφή και υγεία είναι δυο κομβικής σημασίας προβλήματα και είναι κομβικής διότι η επίλυση όλων των άλλων προϋποθέτει την επίλυση αυτών των δύο. Το ζήτημα τίθεται ως εξής: πως μπορούμε να πάρουμε από τα χέρια του Κυρίου τον έλεγχο των τροφίμων και των φαρμάκων;

Continue reading

ομοιότητες και διαφορές μεταξύ παρτούζας και οικογένειας

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

Μιας και σήμερα είναι μια οικογενειακή χριστιανική γιορτή, θα πρέπει να συμμετέχουμε κι εμείς και να συνεισφέρουμε  τη δική μας προσφορά. Όταν πηγαίνεις σε γλέντι γιορτής, δήλωσε το 650 π. Χ. ένας ποιητής, ο Ησίοδος, να φροντίζεις να μην είσαι κατσούφης – να προσφέρεις κέφι και χαρά. Αυτά θα έχω στο μυαλό μου όσο θα γράφω το σημερινό σημείωμα. Το οποίο ίσως σας βάλει σε σκέψεις, θα είναι όμως σκέψεις που δεν θα κοιτάνε προς τα πίσω αλλά προς τα μπρος,  να είναι μια κλοτσιά των ενοχών, κι έτσι να συμβάλει ώστε το κέφι και η χαρά να συνοδευτεί με καλό κρασί, καλή φούντα και διερευνητικές ματιές. ‘Σε όλα μονίμως ανοιχτή η ψυχή και πάντα έτοιμη να δεχτεί το καινούργιο, η ψυχή συντηρείται μέσα και στην απλή ακόμα εκείνη νότα που κάποτε την είχε συντρέξει να γίνει ήχος καλός’, γράφει ο Χέρμαν Μπροχ στο Βιργιλίου θάνατος.

Η ψυχή, φίλες και φίλοι, εκτός από ταξιδιάρα, είναι και παρτουζιάρα. Η ψυχή δυο ερωτευμένων που θα απομονωθούν, επιτέλους, στο φεγγάρι, θα μαραθεί μέσα σε λίγα λεπτά, θα στεγνώσει, θα αφυδατωθεί διότι θα λείπει η πηγή της δροσιάς: οι άλλοι. Η ψυχή και η επιθυμία δεν είναι υπόθεση ατομική, ούτε του ζευγαριού, είναι ομαδική. Ο δημιουργός της ψυχής είναι η ψυχική παρτούζα – η κοινωνική, η πνευματική, η συναισθηματική. Σας παροτρύνω να δούμε την κοινωνία ως παρτούζα, με την ευρύτατη σημασία του όρου. Η παρτούζα μπορεί να μην είναι πάρτι με ούζα, είναι όμως αυτό που δηλώνει το γαλλικό επιρρημα από το οποίο προέρχεται: partout: προς όλα τα μέρη (αδιακρίτως αλλά με κανόνες) Και de partout: από όλα τα μέρη (αδιακρίτως αλλά με κανόνες και πάλι). Από και προς: αυτή είναι η κοινωνία, μια φαντασιακή παρτούζα.

Continue reading