φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
σήμερα έχω γενέθλια και γιορτή, κλείνω τα 53 – εάν γεννιόμουνα κορίτσι θα με λέγανε Τριανταφυλλιά, οπότε, το πλήρες όνομά μου είναι
Αθανάσιος Τριανταφυλλιά Δρατζίδης
και δεν θα ενοχληθώ καθόλου, ίσα ίσα θα χαρώ πολύ, εάν με φωνάζετε και Τριανταφυλλιά.
Για τη παρέα που κάναμε όλο αυτό το χρόνο, σας χαρίζω τις πρώτες σελίδες από ένα κείμενο στο οποίο έχω δώσει τον τίτλο Τσαντιλιάδα (24 ραψωδίες). Υιοθετώντας τη ρήση του Κάντ ότι η Γαλλική Επανάσταση είναι μεγάλο γεγονός διότι μας αναγκάζει να ξανασκεφτούμε, θεωρώ ότι τα γεγονότα του 20ου αιώνα και των πρώτων ετών του 21ου μας αναγκάζουν να ξανασκεφτούμε τη γένεση, την ιστορία, το παρόν και το μέλλον του δυτικού πολιτισμού. Αυτό επιχειρώ να κάνω με την Τσαντιλιάδα.
Τσαντιλιάδα
ραψωδία Α
Να σι φαν τα σκλιά να σι φαν, άκουσε μέσα του τη χλευαστική φωνή του αδερφού του ο Χρύσης και τον είδε, λες κι ήταν εδώ, μπροστά, να τον κυνηγάει με ένα σκουπόξυλο στη αυλή του σπιτιού τους κι αυτός να ανεβαίνει στη ροδακινιά, γελώντας, από όπου κατέβαινε συνήθως μια γάτα με ένα πουλί στο στόμα, καθώς είδε ένα σκυλί να τραβάει με το στόμα τα έντερα από τη κοιλιά ενός νεκρού, ενός νεκρού ξαπλωμένου ανάσκελα καμιά εικοσαριά βήματα από την ακρογιαλιά, ενός νεκρού που δεν ήταν Τρώας αλλά ήταν παλικαράκι, κι άλλο ένα να προσπαθεί να αποσπάσει ένα κομμάτι σάρκας από το λαιμό. Ένα άλλο, λίγο πιο πέρα, έτρωγε το συκώτι, συκώτι πρέπει να ήταν. Ένας γύπας κάθονταν στη κορυφή μιας νεκρής, καμένης, κεραυνόπληκτης βελανιδιάς, κάθονταν σκεφτικός κι αναποφάσιστος. Δεν ήταν θεός, ή θεά, ένας γύπας ήταν. Ένας γύπας που σκέφτονταν εάν τον έπαιρνε να τη πέσει στα σκυλιά, ένας γύπας που έθεσε στον εαυτό του το ερώτημα, “ποιος είναι πιο ισχυρός, εγώ ή τα σκυλιά;” και η αδυναμία του να απαντήσει ήταν η απάντηση.
Τα σκυλιά τον είδαν αλλά ήταν μπουκωμένα και δεν γάβγισαν. Δεν ήταν άγρια σκυλιά, ήταν σκυλιά των ηρώων, ήταν τσοπανόσκυλα, πιο άγρια από τα άγρια, μοβόρικα και θρασύδειλα, ζούσαν με πτώματα, σκυλιά που τον είχαν τρομάξει όταν ήταν πιτσιρικάς, σκλιά που τα είχε φοβηθεί, σκλιά που τον έκαναν να τα κάνει πάνω του και να πάει στη μάνα του χεσμένος, δεν πειράζει, Χρύση, δε πειράζει, θα σε πλύνω, αγόρι μου, δε πειράζει, έτσι ήρθαν τα πράματα, κάθε εμπόδιο για καλό, σκλιά που τον δάγκωσαν στο δεξί του κωλομέρι, δεν τα είχε κλείσει τα οχτώ, πήγαινε στη Τρίτη, σκλιά με δόντια σουβλερά, τα ένιωσε καθώς μπήγονταν στα σάρκα του, σκλιά που δε θα τα ξεχάσει, ούτε αυτά ούτε τα αφεντικά τους, σκλιά ψοφοδεή και θρασύδειλα, αρκεί να ορμούσες πάνω τους τρέχοντας, ουρλιάζοντας, με ανοιχτά τα χέρια, σκλιά ηρωικά, σκλιά που νόμιζαν ότι θα τα πιάσεις, έβαζαν την ουρά στα σκέλια τους, έκαναν μεταβολή και την έκαναν, ολόιδια τα αφεντικά τους που λένε στα πρόβατά τους να μην ξύνονται στη γκλίτσα του τσομπάνη. Τον είδαν, τον γνώρισαν, κάνα δυο από αυτά είχαν δοκιμάσει στη πλάτη τους τι θα πει να τρως μαγκουριά, και μάλιστα από κρανιά, από τα χέρια του Χρύση, του σοφού Χρύση, κι έκαναν πως δεν τον ξέρουν. Όπως και τ΄ αφεντικά τους.
Ξύπνησε πριν η Αυγή αφήσει την αγκαλιά του Τιθωνού για να φέρει το φως στους θνητούς και τους θεούς, στους εργάτες και τους τραπεζίτες, όπως











