το δικό μας ψωμί

   Γνωρίζουμε πολύ καλά πως θα αντιδράσει ένα παιδί, ένας έφηβος ή ενήλικας, που έχει μεγαλώσει με γάλα παστεριωμένο των γαλακτοβιομηχανιών, όταν θα πιει γνήσιο γάλα  από αγελάδα ή κατσίκα οικιακής εκτροφής. Θα παραξενευτεί και θα αναρωτηθεί, τι γάλα είναι αυτό, και θα αναγουλιάσει, μπορεί και να αηδιάσει. Κατά τον ίδιο τρόπο θα αναρωτηθεί και θα δυσκολευτεί να φάει εάν δοκιμάσει γνήσιο ψωμί. Τι είναι όμως το γνήσιο ψωμί;  

   Το γνήσιο ψωμί είναι το ψωμί που παρασκευάζεται με προζύμι και αλεύρι ολικής άλεσης. το οποίο έχει παραχθεί μέσα στο φούρνο από σιτάρι που παράγεται όσο γίνεται πιο κοντά – και εάν αυτό το σιτάρι είναι ντόπια ποικιλία και καλλιεργημένο όσο είναι δυνατόν χωρίς λιπάσματα και φυτοφάρμακα ακόμα καλύτερα.  Αυτό το ψωμί δεν έχει καμιά σχέση με τον τύπο του ψωμιού  που παρασκευάζουν οι φούρνοι: το ψωμί τους παρασκευάζεται με πολλή μαγιά, με αλεύρι άσπρο που το παράγουν μεγάλες αλευροβιομηχανίες από σιτάρι που πιθανόν να έχει καλλιεργηθεί πολύ μακριά  με πολλά λιπάσματα και φυτοφάρμακα. 

Εάν συγκρίνουμε τους δύο αυτούς τρόπους παρασκευής ψωμιού, παραγωγής αλευριού και καλλιέργειας σιταριού θα διαπιστώσουμε ότι υπάρχουν πολλές και σημαντικές, κρίσιμες, θα λέγαμε, διαφορές. Από διατροφικής άποψης, το γνήσιο ψωμί είναι πολύ πιο θρεπτικό και πολύ πιο νόστιμο, εφόσον βέβαια μάθει κάποιος να το τρώει, μιας και δεν έχει μαγιά ούτε έχει αφαιρεθεί το φύτρο και ο φλοιός του σιταριού.  Από άποψη παραγωγής αλευριού, η επιτόπια άλεση του σιταριού δεν εξασφαλίζει μόνο γνήσιο αλεύρι αλλά παρακάμπτει τις τεράστιες αλευροβιομηχανίες που καταναλώνουν πολλή ενέργεια, εργασία και εργαλειομηχανές, μειώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις μεταφορές, κατά συνέπεια, μειώνοντας επιπλέον την κατανάλωση ενέργειας, εργασίας και εργαλείων (φορτηγά). Από οικονομικής άποψης, το κόστος παραγωγής του γνήσιου ψωμιού είναι ένα κλάσμα του κόστους παρασκευής του ψωμιού που τρώμε σήμερα, το οποίο είναι ακριβό με μεγάλα περιθώρια κέρδους για τους ιδιοκτήτες των φούρνων. Από οικολογικής άποψης, το ψωμί που τρώμε σήμερα αναπαράγει την οικολογική επιβάρυνση που προκαλείται από την καλλιέργεια του σιταριού, την παραγωγή του αλευριού και τις πολλές μεταφορές. Από  άποψη εργασίας, η νυχτερινή και πολύωρη εργασία των μισθωτών εργαζομένων στους φούρνους και η εκμετάλλευσή τους είναι μια κατάσταση πολύ γνωστή σε όλους και όλες.

Continue reading

merde (σκατά)!: καλή επιτυχία!

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα 

Μιας και ο καλός μας Χριστούλης γεννήθηκε μέσα σε στάβλο, ζεστό λόγω του άχυρου και των πολλών ζωικών ούρων και περιττωμάτων, σήμερα και τις επόμενες μέρες θα ασχοληθούμε με την κοπριά και τα σκατά. Θα αρχίσουμε με τη γαλλική λέξη merde, η οποία  σημαίνει και κοπριά και σκατά. Με την πρώτη σημασία, την μεταχειριζόμαστε για να εκφράσουμε ευχή που δηλώνει ‘καλή επιτυχία’! Ας υποθέσουμε ότι ο φίλος σας, η φίλη σας ασχολείται με το θέατρο και έχει πρεμιέρα σήμερα· θα του/της ευχηθούμε merde!: καλή επιτυχία. Δεν είναι παράξενο; Πως προέκυψε αυτή η ευχή επιτυχίας;

Continue reading

φέτος δεν θα αγοράσω κρατικό λαχείο

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα, κι ας βρέχει, κι ας χιονίζει – δεν υπάρχει κακός καιρός, ούτε ο καιρός χαλάει

Σήμερα, θα ασχοληθούμε για άλλη μια φορά με το πρώτο αξίωμα διεξαγωγής του κοινωνικού πολέμου: νικάμε χωρίς να πολεμάμε (το δεύτερο: πρώτα νικάμε και μετά πολεμάμε). Με ρωτούν πολύ συχνά: Πως είναι δυνατόν να νικάμε χωρίς να πολεμάμε;

Τι θα συνέβαινε, φίλες και φίλοι, εάν δεν αγοράζαμε, κανένας και καμία, λαϊκά, εθνικά, κρατικά λαχεία, και δεν παίζαμε αγοράζοντας προπό, τζόκερ, λότο, κίνο  και όλα τα άλλα τα κρατικά τυχερά παιχνίδια που πρόκειται να ιδιωτικοποιηθούν; Θα μου πείτε, ‘αυτό, φιλάρα, δεν γίνεται!’ Ντάξ’, μάγκες, αφού το λέτε εσείς, έτσι θα είναι, δεν γίνεται. Θα μου επιτρέψετε όμως να επιδοθώ  σε αυτή τη μαλακισμένη συνήθειά μου να διατυπώνω υποθέσεις και εικασίες; Θα μου το επιτρέψετε, θέλετε δε θέλετε. Δεν νομίζω να σας ενοχλώ.

Πριν το κάνω, θα ήθελα να διερευνήσω μερικά ζητήματα. Θα ήθελα να διατυπώσω μια απάντηση στο σύνθετο ερώτημα, ποιοί και γιατί αγοράζουν λαχεία και παίζουν κρατικά τυχερά παιχνίδια. Γιατί το κράτος ασχολείται με τέτοιο ζήλο με την οργάνωση των κρατικών τυχερών παιχνιδιών και διαρκώς επιχειρεί να γενικεύσει την κατανάλωσή τους; Υπάρχει κάποια σχέση της δημοκρατίας με τον τζόγο; Τι γίνεται στις μέρες μας, είναι γεμάτα ή όχι τα προπατζίδικα; Ποιο είναι το μέλλον τους; Ποια είναι η θέση της Αριστεράς για τα κρατικά τυχερά παιχνίδια;

Γνωρίζετε, φίλες και φίλοι, ότι έχουμε επιθυμίες (και φόβους και άγχη) που δεν τις γνωρίζουμε και επιθυμἰες που τις γνωρίζουμε. Δύο επιθυμίες εμπλέκονται στην κατανάλωση, στο παίξιμο των τυχερών παιχνιδιών: μία συνειδητή και μία ασύνειδη. Ας δούμε πρώτα τη δεύτερη.

Ο Φρόιντ έγραψε ότι ο έρωτας, ο θάνατος και τα τυχερά παιγνίδια έχουν το εξής κοινό χαρακτηριστικό: δεν γνωρίζεις πότε θα σου συμβεί.  Θα

Continue reading

γιατί δεν γελάμε στον ύπνο μας; (τα παιδιά γελάνε, όχι όλα)

φίλες και φίλοι, καλημέρες

Είπα χτες το βράδυ στον Πάυλο ότι συχνά γελάει στον ύπνο του και ξαφνιάστηκε, εντυπωσιάστηκε κι έβαλε τα γέλια, αλήθεια, μπαμπά, αλήθεια, Πάυλο, και πιάσαμε μια κουβέντα για το γέλιο. Με ρωτάει, να μην του απαντήσω; Πολλά από αυτά που θα γράψω σήμερα τα συζητήσαμε ψες το βράδυ. Έχει πολλούς λόγους να βαριέται στο σχολείο, έτσι δεν είναι;  Προχτές, με ρώτησε, κοιτάζοντας το ρολόι τοίχου, τι χρειαζόμαστε τα δευτερόλεπτα. Η συζήτηση έληξε με το συμπέρασμα πως το σχολείο είναι εργοστάσιο.

Continue reading

θάνατος και ποίηση: για την προέλευση της ποίησης

  1.

MACBETH

. . . .

I have supped full with horrors:

Direness, familiar to my slaughterous thoughts,

Cannot once start me.

[Enter Seyton]

Wherefore was that cry?

SEYTON

The queen, my lord, is dead.

MACBETH

She should have died hereafter

Shakespeare, Macbeth, 5,5

2.

ΔΙΚΑΙΩΜΑ

Νομίζω πως όσα έχω περάσει

μου δίναν κάθε δικαίωμα να τρελαθώ.

Θα ‘ταν λίγη ξεκούραση επιτέλους,

λίγη ανεύθυνη ελευθερία που ποτέ δε γνώρισα.

Κι αληθινά θα τρελαινόμουν, αν δεν αποτελούσε

κι αυτό μια κάποια παραχώρηση.

Τίτος Πατρίκιος, Αντιλογίες

3.

ΕΠΙΝΙΚΟΣ

.  .  .  .  .

κάποτε γυρόφερνα το θάνατο

σαν κουτσή γριά

που καθαρίζει την κουζίνα της

τὠρα τον φυτεύω με τα χέρια μου

ανάμεσα στα λουλούδια

και τον βλέπω να μεγαλώνει

και να μαθαίνει περπάτημα

.  .  .  .  .  .  

Άννα Γρίβα, Οι μέρες που ήμασταν άγριοι

4.

Διάβασα ποίηση προχτές πάνω στο τρένο, επιστρέφοντας από τη Σαλονίκη. Συνέχισα τον Μακμπέθ του Σέξπυρ, έχοντας δίπλα τη μετάφραση του Β. Ρώτα (εκδ. Επικαιρότητα), τις Αντιλογίες του Τίτου Πατρίκιου (εκδ. ύψιλον) και τη ποιητική συλλογή (εκδ. Γαβριηλίδη) της Άννας Γρίβα, Οι μέρες που ήμασταν άγριοι. Σήμερα, θα ήθελα θα γράψω ένα σημείωμα για τη σχέση της ποίησης με τον θάνατο, δηλαδή, για την προέλευση της ποίησης. Εάν δεν ολοκληρώσω σήμερα, θα συνεχίσω αύριο, μεθαύριο. . . (Να μην το ξεχάσω, μια μέρα, να γράψω ένα κείμενο και για τον υπαινιγμό των αποσιωπητικών).

5.

Πριν αρχίσω θα ήθελα να διατυπώσω απλά και σαφηνώς την κεντρική ιδέα της σκέψης μου και των επιχειρημάτων μου: ως αναγνώστης,  και όχι ως κριτικός  ποίησης, διακρίνω δύο είδη: αυτήν που δεν αντιμετωπίζει κανένα πρόβλημα κι αυτήν που αντιμετωπίζει όλα τα προβλήματα. Για τους ποιητές της πρώτης κατηγορίας, μεταφέρω ένα σχόλιο του Robert Scholes (The Fabulators – Οι μυθοπλάστες, New York, 1967) γι΄αυτούς που γρἀφουν ποίηση καθημερινά και μανιωδώς: ‘αποκεφαλισμένα κουτορνίθια που δεν ένιωσαν το τσεκούρι’. Δεν ξέρω εάν έχετε δει αποκεφαλισμένο κοτόπουλο να τρέχει, προσπαθώντας αγωνιωδώς να  ξεφύγει. . . Δεν είμαι, λοιπόν,  σε θέση να γνωρίζω πόσες και ποιες από τις 500 (πεντακόσιες) ποιητικές συλλογές που εκδίδονται κάθε χρόνο εν Ελλάδι ανήκουν στη μία ή στην άλλη κατηγορία.

Continue reading

παρατηρήσεις επί των πορισμάτων μιας ακόμα απόπειρας ανάγνωσης του Δίσκου της Φαιστού

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

Τις προάλλες, ο Χάρης μου υπέδειξε να ρίξω μια ματιά στα πορίσματα μιας απόπειρας ανάγνωσης του Δίσκου του Φαιστού. Πρόκειται για τα αποτελέσματα που δημοσίευσαν οι  Γκάρεθ Όουενς και  Τζον Κόουλμαν. Ο  πρώτος, είχε δημοσιεύσει στο Ηράκλειο της Κρήτης, το 2007 (Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας) ένα βιβλίο (δίγλωσσο) με τίτλο Λαβύρινθος: Γραφές και γλώσσες της μινωικής και μυκηναϊκής Κρήτης, όπου στο τρίτο μέρος καταπιάνεται με την ‘κρητική ιερογλυφική γραφή’, και ειδικότερα με τον Δίσκο της Φαιστού. Το όνομα του Τζον Κόουλμαν πρώτη φορά το ακούω -είναι καθηγητής Φωνητικής στην Οξφόρδη.

Διάβασα τις λέξεις που διαβάζουν και δεν μπορώ να πω ότι εντυπωσιάστηκα. Θα σας εξηγήσω γιατί. Και θα σας εξηγήσω επίσης γιατί έχουν πάρει λάθος δρόμο που δεν θα τους βγάλει απολύτως πουθενά. Για να κατανοήσουμε το όλο ζήτημα θα μου επιτρέψετε να κάνω μια πολύ σύντομη, απλή και σαφή εισαγωγή.

Continue reading

η Χιονάτη και οι εφτά πούτσες

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

Μια μέρα, στο Βερολίνο, γνώρισα σε παιδική χαρά [Kindergarten, παιδικός κήπος!] μια γερμανίδα που συνόδευε τους δυο γιους της, δίδυμα, τεσσάρων χρονών, στην ηλικία του Alexander. Το ένα αγοράκι κάτασπρο, το άλλο κατάμαυρο. Μπορεί να είμαι από χωριό, αλλά αδιάκριτος δεν είμαι. Ο αδιάκριτος δεν γνωρίζει, ενώ θα έπρεπε να γνωρίζει. Εκτός εάν θέλει, συνειδητά ή ασύνειδα, να φέρει σε δύσκολη θέση τον άλλον, την άλλην.

Στο αδημοσίευτο ‘Κατά Αθανάσιον’ Ευαγγέλιο διαβάζω ότι η Μαριάμ, η μετονομασθείσα εκ των υστέρων  Παναγία, έμεινε έγγυος κατόπιν ιερού γάμου, παρτούζας,  με τους ιερείς του Ναού. Η εκδοχή  αυτή της εγκυμοσύνης της Μαριάμ δίνει απαντήσεις σε όλα τα άλυτα μυστήρια περί της συλλήψεως του υιού του Θεού. Προφανώς, δεν ισχύει ότι η δωδεκαετής Παρθένος Μαριάμ, που σημαίνει ‘πριγκίπισσα’, έμεινε έγκυος από τα αυτιά. Είναι πολύ δύσκολο. Το ότι η σύλληψις εγένετο εν τω  Ναώ, είναι βέβαιον. Βέβαιον εἰναι ότι δεν ήταν ένας ο ιερεύς: οι εξαίσιες ικανότητες του Ιησού εξηγούνται μόνο εάν υποστηρίξουμε την άμωμο σύλληψη, όπου ‘άμωμος’ σημαίνει ότι η συνεύρεση ήταν άνευ μώμου, άνευ ψόγου, άψογος, τουτέστιν, ὀτι η συνεύρεση ήταν πλήρους ηδονής και ανυπαρξίας στερήσεως.

Continue reading

οι βρικόλακες μάς πίνουν τον κοινωνικό πλούτο

φίλες και φίλοι, καλημέρες

Λένε, στην Τρανσιλβανία, στα ορεινά της Ρουμανίας,  ότι ο πρώτος βρικόλακας ήταν θηλυκού γένους. Έβαζε τους υπηρέτες της να σφάζουν παρθένες και με το αίμα τους γέμιζε τη μπανιέρα της. Ξέρετε, εκείνα τα χρόνια, 1700, 1800,  δεν υπήρχαν κέντρα αισθητικής, λιποαναρρόφησης, κρέμες ενυδάτωσης και αντιγηραντικές, δεν υπήρχαν πίλιγκ και λίφτιγκ, υπήρχε αίμα παρθένων, άφθονο, αναλόγως της ισχύος του συζύγου σου. Διότι,  προφανώς, ο σύζυγος της βρικολάκισσας, ή ο πατέρας της,  θα πρέπει να ήταν ισχυρός τοπικός φεουδάρχης ηγεμόνας για να μπορεί να εξασφαλίζει για τον εαυτό της μια τόσο φινετσάτη και κομψή πολυτέλεια. Σε αυτή την περίπτωση, αυτό το παρθενικό αίμα παύει να είναι μια οργανική ουσία των ζωντανών υπάρξεων και συγκαταλέγεται πια στην κατηγορία του κοινωνικού πλούτου, που μόνο η ίδια μπορεί να τον απολαύσει. Προϋπόθεση, μερικές παρθένες να χάσουν την ταλαίπωρη και μίζερη ζωή τους και να απαλλαγούν έτσι από τα βάσανα του μάταιου τούτου κόσμου. Το ότι σήμερα πια το αίμα είναι κοινωνικός πλούτος το γνωρίζουν όχι μόνο οι εθελοντές αιμοδότες αλλά και όσοι και όσες χρειάστηκαν αίμα, για τους ίδιους, τους φίλους ή τους συγγενείς.

Πιθανόν να  εκλάβετε την παραπάνω εκδοχή ως μία ακόμα έκφραση μισογυνισμού. Το κατανοώ. Σκεφτείτε όμως ότι και το θηλυκό έχει ασυνείδητο, ότι και το θηλυκό έχει ένα τέρας μέσα της που πρέπει να το ικανοποιήσει, ένα τέρας που θέλει να σκοτώσει, να φάει τον Άλλον, και να αιμομ(ε)ικτήσει. Ας σκεφούμε όμως και κάτι άλλο. Υποψιάζομαι ότι η εκδοχή αυτή έχει διατυπωθεί από γυναίκες της Τρανσιλβανίας, όχι από άνδρες. Οι γυναίκες γνωρίζουν πιο καλά τις γυναἰκες, πρώτον, άρα γνωρίζουν ότι μια γυναίκα μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο (η Θεοδώρα έπεισε τον Ιουστινιανό να σφάξουν τους εξεγερμένους στη στάση του Νίκα, δεκάδες χιλιάδες), γνωρίζουν ότι μια γυναίκα που είναι ερωτευμένη θα επιδιώξει σχέση, αν δεν τα καταφέρει όμως θα τον εκδικηθεί με τον όποιο πιο  σκληρό και ανηλεή τρόπο μπορέσει,  θα τον φονεύσει δηλαδή συμβολικά, θα τον διώξει αφού τον παίξει πρώτα  όπως η γάτα το ποντίκι. Ας σκεφτούμε επίσης ότι αυτή η απο τις γυναίκες επινοημένη εκδοχή δεν εστιάζει μόνο στη σχέση ασυνειδήτου-Κυριαρχίας αλλά και στα θύματα. Ηττημένες γυναίκες μας αφηγούνται την ιστορία, ηττημένες από Κυρίους και Κυρίες. 

Θα πρέπει λοιπόν να διακρίνουμε μεταξύ ερωτικού και κοινωνικού βαμπιρισμού, χωρίς να ξεχνάμε ποτέ ότι ενίοτε αυτές οι δύο μορφές  συμπλέκονται, όπως ήδη επισημάναμε. Εάν τώρα στρέψουμε τη προσοχή μας μόνο στον ερωτικό βαμπιρισμό, θα αναγκαστούμε να φέρουμε στο προσκήνιο τις πιπιλιές στο λαιμό. Η ανάγκη του ερωτευμένου αρσενικού/θηλυκού να πιει το αίμα του άλλου, της άλλης, είναι τόσο

Continue reading

αντίδωρο

αντίδωρο

Δεν ήταν με τη μάνα του, ήταν με τον αδερφό του. Μεγαλύτερος, πρώτη φορά τον έβλεπα.

– Γειά σας, ρε μάγκες, χαιρέτησα, πετώντας ένα τσαλακωμένο δεκάεβρο πάνω στη δίκην πάγκου προθήκη ψυγείου των κρεάτων, διατελών εν ευθυμία, εξ ουζερίου προερχόμενος, στο οποίο δεν θα ξαναπάω· η σύγχυση μεταξύ μεζέ και γεύματος με ενοχλεί, όπως και μεταξύ ανθρώπου και προβάτου. 

– Καλημέρα, τι κάνεις; με ρωτάει ο μεγαλύτερος.

– Δεν είμαι καλά, του λέω.

– Τι έχεις;

– Είμαι ευτυχισμένος, του λέω.

Ξύνει το κεγάλι του.

– Δεν το κατάλαβα,  μου λέει.

-Όταν είμαστε ευτυχισμένοι, δεν είμαστε καλά, επαναλαμβάνω και συμπληρώνω: από τη πολλή ευτυχία μπορεί να μην σκέφτεσαι, να μη βλέπεις μακριά, να τρελαθείς, να πεθάνεις. . .

Continue reading

incunabula drachmae: η ζωή εν τάφω

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

Εάν χώσουμε το χέρι μας μέσα στην άμμο, η ποσότητα που θα κρατήσει το χέρι μας, η χούφτα μας, θα είναι μία δραχμή άμμου. Αντί της άμμου, φανταστείτε σιτάρι ή φασόλια ή ένα πακέτο μακαρόνια ή είκοσι μολύβια. Η δραχμή δηλώνει  αυτό που μπορούμε να κρατήσουμε μέσα στην παλάμη μας, με τα δάχτυλα του ενός χεριού μας. Η αρχαιότερη μαρτυρία της λέξης εντοπίζεται στον Ηρόδοτο (7, 144)· προέρχεται από την ίδια ρίζα από την οποία προέρχεται  και το ρήμα δράσσομαι (δράττομαι < δρακ-jομαι), ρήμα που διαβάζουμε δυο φορές στην Ιλιάδα (Ν 393= Π 486): κόνιος δεδραγμένος αιματοέσσης: ο νεκρός πέφτει στο χώμα και το κρατάει, κατά την επιθανάτια αγωνία του,  μέσα στις χούφτες του (δεδραγμένος), το οποίο όμως ξερό χώμα (κόνιος), είναι γεμάτο αίμα, από το δικό του ασφαλώς.

 Η λέξη δραχμή είναι της αρκαδικής διαλέκτου· στην αιολική εμφανίζεται ως  δαρχμά,  ενώ στη δωρική της Κρήτης ως δαρκμά και δαρχνά. Προέρχεται από το *δρακ-σμά > δραχμά > δραχμή (πρβλ. αικ-σμά > αιχμά, αιχμή). Η λέξη δεν απαντάται στην Ιλιάδα αλλά εικάζουμε βάσιμα ότι υπήρχε την εποχή που θεωρείται ότι συντέθηκε (750-700), όπως θα δούμε στη συνέχεια.  Την εποχή αυτή, θα έπαψε να δηλώνει γενικά αυτό που μπορεί κανείς να κρατήσει στο χέρι του και άρχισε να δηλώνει μια συγκεκριμένη ποσότητα ενός συγκεκριμένου αριθμού αντικειμένων. Αργότερα, μετά από έναν αιώνα,  η δραχμή είναι ένα ασημένιο νόμισμα, βάρους 4,3 γραμμαρίων, το 1/100 της μνας, ισοδύναμο σχεδόν με το ρωμαϊκό δηνάριο.  Γνωρίζουμε ότι η ασημένια δραχμή υποδιαιρείται σε έξι χάλκινους οβολούς: ο Πλούταρχος (Λύσανδρος 17) γράφει: δραχμήν δέ τους έξ οβολούς · τοσούτων γάρ η χείρ περιεδράττετο. Ναι, αλλά με το χέρι μας δεν μπορούμε να κρατήσουμε μόνο έξι μικροσκοπικούς οβολούς (οβελούς)  αλλά πολύ περισσότερους. Επιπλέον, γιατί  ονομάστηκε δραχμή αυτό το μικρό ασημένιο νόμισμα;  Επίσης, γιατί ονομάσαμε αυτά τα χάλκινα μικροσκοπικά και ευτελή νομίσματα οβολούς, από τη στιγμή που η αρχική σημασία της λέξης οβολός είναι ‘μεγάλη σιδερένια σούβλα’;

Continue reading