Ιούνιος 2013
η λατρεία του αετού στην Ιλιάδα
οι σχέσεις, τα εργαλεία και το περιβάλλον είναι τα όπλα μας
” Ο χωρικός έχει δύο στηρίγματα: Το χωράφι που τον τρέφει και το δάσος που τον κρύβει.” Αυτά τα γράφει ο Βικτόρ Χιγκό (Ουγκό) στο αριστούργημα της γεροντικής του ηλικίας “1793”. Και λίγο πιο κάτω μας περιγράφει τα δάση της Βανδέας στη Βρετάνη: “Το υπέδαφος μερικών δασών ήταν σαν ένα τεράστιο σφουγγάρι που το διέσχιζαν προς όλες τις κατευθύνσεις κρυφοί υπόνομοι, κελλιά και γαλαρίες. . . Στο Μπαρμπιάν, στο δάσος του Μελάκ, δεν έβλεπες κανέναν κι όμως υπήρχαν εκεί μέσα οχτώ χιλιάδες άντρες.”
Ο ακήρυκτος κοινωνικός πόλεμος μεταξύ του Κυρίου και του Υποτελούς Παραγωγού, όποια μορφή και να παίρνουν αυτοί οι (ιδεατοί) φορείς της κυριαρχικής σχέσης μέσα στην Ιστορία, διεξάγεται με δύο (ιδεατούς) διαφορετικούς τρόπους. Είναι δύο, και όχι παραπάνω ή παρακάτω, διότι δύο είναι οι φορείς της σχέσης. Θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε εάν θα έπρεπε να υποθέσουμε μήπως ένας και μόνο ένας είναι ο τρόπος της διεξαγωγής. Αναρωτιόμαστε και απαντούμε πως δεν είναι ένας διότι και λογικά και ιστορικά δεν μπορεί να είναι ένας. Μιας και είναι πόλεμος, θα υπάρχει κάτι κοινό. Ναι, υπάρχει: πρόκειται για την εμμενή στρατηγική της αποδυνάμωσης του αντιπάλου: εάν ο καπιταλιστής επιχειρεί διαρκώς να περιορίσει την ισχύη του εργάτη, του προλετάριου, το ίδιο κάνει ή οφείλει να κάνει κι αυτός. Φαίνεται, είναι βέβαιο, ότι μέχρι στιγμής τα καταφέρνει καλύτερα ο Κύριος καπιταλιστής. Και θα δούμε γιατί.
τί θα πει ο κόσμος;
Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ζω στον κόσμο μου, χωρίς να διαρρηγνύω τους δεσμούς μου με την κοινωνία. Ισορροπία σχοινοβασίας. Όσο περνάνε τα χρόνια, το σχοινί γίνεται διάδρομος, λιγότερο επικίνδυνος και ίσως λιγὀτερο γοητευτικός, περιπετειώδης, ελκυστικός. Ἐζησα όμως και κάποια χρόνια, κατά τα οποία αυτή η ισορροπία σχοινοβασίας ήταν μια ταλάντωση μεταξύ του κόσμου μου και της κοινωνίας, μεταξύ τρέλας και λογικής. Δεν θα βάλλω τη λέξη τρέλα σε εισαγωγικά, θα προτιμήσω να την διευκρινίσω κάπως· διευκρίνιση όμως χρειάζονται και οι έννοιες της λογικής και της κοινωνίας.
Δεν κλείσαμε ακόμα μήνα στην Καστανούσα. Τα παιδιά δεν βλέπουν καθόλου τηλεόραση – στην Αλεξανδρούπολη το είχαν παραχέσει. Τα έβλεπα κολλημένα στο χαζοκούτι και μάτωνε η καρδιά μου. Χαίρομαι που τα παιδιά θα ζήσουν κάποια χρόνια σε χωριό. Χτες, ήρθαν από τη πλατεία αφού είχε νυχτώσει για τα καλά, ικανοποιημένα, πτώματα από την κούραση, σερνόντουσαν. Παίζουν, δεν βλέπουν τηλεόραση. Δεν κλείσαμε μήνα στην Καστανούσα και αρχίσαμε να τρώμε από τον λαχανόκηπο. Μερικά αγγούρια, βλήτα και γλιστρίδα, κολοκυθάκια, κρεμμυδάκια φρέσκα και μια πιπεριά! Κόβουμε μαϊντανό και μάραθο, μέντα και δυόσμο. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς λαχανόκηπο, μου είναι ανυπόφορο, παντελώς οδυνηρό. Περιμένω πως και πως να ξημερώσει για να πάω να σκάψω, να σκαλίσω, να φυτέψω, να ποτίσω. Η γυναίκα μου η Τασούλα είναι κι αυτή ευχαριστημένη, λιγότερο όμως κι από μένα και από τα παιδιά. Δεν έχει ζήσει ποτέ σε χωριό, γεννήθηκε στα Πετράλωνα, σε εργατογειτονιά, και αργότερα στη Δράμα, στις Σέρρες και στην Αλεξανδρούπολη. Ποιά είναι δυσφορία της;
Νιώθει ασφυκτικά, νιώθει ένα βάρος, νιώθει την ασφυξία και το βάρος της επιτήτηρησης από τους κατοίκους του χωριού, νιώθει υπόλογος στο χωριό. Θα συνόψιζα το feeling της στην ερωτηματική πρόταση “τι θα πει ο κόσμος;” Η μομφή αυτή μου είναι πολύ γνωστή· την έχω ακούσει μυριάδες φορές από τη συχωρεμένη τη μάνα μου, την ακούω ακόμα και τώρα από τον ογδοηκοντούτη πατέρα μου. Ο οποίος με ήθελε καθηγητή, με κοστούμι, αυτοκίνητο και καλύ σύνταξη. Ή στρατιωτικό, τελειόφοιτο της Σχολής Ευελπίδων. Αντ’ αυτών, εγκατέλειψα το Πανεπιστήμιο, παράτησα γυναίκα και παιδί, πήρα τρελόχαρτο, δεν θα πάρω σύνταξη, δεν έχω αυτοκίνητο, είμαι χασικλής – είμαι στα μάτια του η προσωποποίηση της αποτυχίας.
Με ρωτάει η Τασούλα: Εσένα δεν σε απασχολεί τί θα πει ο κόσμος; Καλή μου Τασούλα, πότε με απασχόλησε το τι θα πει ο κόσμος; Θα πηγαίνεις στην πλατεία να πίνεις τσίπουρο ξυπόλητος; Θα γίνω ρεζίλι! Και της χαρίζω την απάντηση που χάριζα και χαρίζω στους γονείς μου:
δεν θα κάνω εγώ ό,τι κάνει το χωριό, θα κάνει το χωριό ό,τι κάνω εγώ!
όλοι οι ανθρωποι είναι κουτσοί! γιατί οι άντρες έχουν θηλές (ρώγες); τι είναι ο άνθρωπος;
το σημερινό σημείωμα το αφιερώνω στον Woland, ο οποίος θα γνωρίζει ότι τα μέτωπα του κοινωνικού πολέμου είναι πολλά, πάρα πολλά.
Είναι τρεις και μισή, αργεί να ξημερώσει. Ήπια ένα καφεδάκι και είπα να γράψω. Τελείωσα την ανάγνωση, μελέτη θα έλεγα, του άρτι εκδοθέντος έκτου τεύχους του Blaumachen, αφού για λίγες μέρες παραμέρισα την Άνοδο της Δύσης του Γουίλιαμ ΜακΝίλ και τις Δύο πηγές της ηθικής και της θρησκείας του Ανρί Μπερξόν. Η Άνοδος της Δύσης είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ιστοριογραφίας από την πλευρά των νικητών, του δυτικού Κυρίου, της δυτικής κοινωνικής Ισχύης, δήλα δή της δυτικοκεντρικής θέασης της Παγκόσμιας Ιστορίας. Ο ΜακΝίλ είναι μαθητής του Άρνολντ Τόινμπι (με τη σειρά του μαθητής του Όσβαλντ Σπένγκλερ[ Η παρακμή της Δύσης]), ο οποίος στη Σπουδή της Ιστορίας υποστηρίζει ότι ο δυτικός Κύριος αναδεικνύεται νικητἠς διότι ένα από τα βασικά του μελήματα είναι η συστηματική, προγραμματισμένη, συνειδητή υπονόμευση της ισχύης του εχθρού, η αδιάλειπτη αποδυνάμωση του αντιπάλου, είτε του ανταγωνιστή Κυρίου είτε των Υποτελών Παραγωγών, του προλεταριάτου αν θέλετε, για να μιλήσουμε και το μπλαουμαχενιανό επιστημονικίζον ιδιόλεκτο. Τα έξι τεύχη του Blaumachen δεν με έχουν πείσει ότι οι συντάκτες του περιοδικού δεν αγνοούν την παραπάνω στρατηγική του Κυρίου ημών κι αυτό το έλλειμμα, όταν θα έρθει η ώρα θα το χαρακτηρίσω ατόπημα, θα είναι το αντικείμενο ενός προσεχούς σημειώματος.
Δεν θα είναι όμως και το μόνο· θα ακολουθήσουν άλλα τρία: το ένα θα




