θα τα λέμε κάθε Σάββατο

φίλες και φίλοι,

μέχρι τώρα, εδώ και κοντά εφτά χρόνια, έγραφα σχεδόν καθημερινά, κάθε πρωί χαράματα, τότε που μου το επέτρεπε η οικογενειακή ζωή. Τώρα θα γράφω κάθε Σάββατο, σας το λέω για να ξέρετε. Διαβάζω, μελετώ και γράφω αυτή τη περίοδο, θα κρατήσει κάποιους μήνες, και θέλω να αφοσιωθώ σε αυτό, καθ΄ ό,τι άνθρωπος της αφοσίωσης είμαι – και το ξέρω και το ξέρετε. Θα γράφω είτε για κάποιο πρόσωπο, όπως σήμερα, είτε για κάποιο βιβλίο. Μπορεί και να σχολιάζω την πραγματικότητα, αφού όμως πρώτα έχω πιει το ενισχυμένο διφυλλάκι μου.

ο Δημήτρης Πατέλης κι εγώ ναυαγοί σε ακατοίκητο νησί του Ειρηνικού

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

Ο Δημήτρης Πατέλης, καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης, μαρξιστής και νομοτελειακός κομμουνιστής, κι εγώ ναυαγούμε σε ακατοίκητο νησάκι του Ειρηνικού: παραλίες παραδεισένιες, φοίνικες, μάνγκο και μπανάνες, καθαρός αέρας και καθαρό νερό – τί ωραία που θα περνούσαμε!  Σε λίγες μέρες όμως το κορμί μας θα ήθελε κάτι διακαώς αλλά δεν θα μπορούσαμε να το ικανοποιήσουμε. Δεν υπάρχουν γυναίκες. Ούτε κατσίκες, ούτε προβατίνες. Τί θα κάναμε, Δημήτρη;

ΘΑ βλέπαμε πολλά ερωτικά όνειρα, θα γαμούσαμε στον ύπνο μας γνωστές και άγνωστες, νεαρής ηλικίας θηλυκά και γυναίκες – ξέρεις εσύ, καθηγητής Πανεπιστημίου είσαι, πολλές φοιτήτριες γύρω σου. Χάριν του εγκεφάλου μας, Δημήτρη, αυτού του καλού φύλακα άγγελού μας που μας φροντίζει αλλά και που μας τιμωρεί όταν αποποιούμαστε ή απωθούμε την φροντίδα του. Μετά από λίγες μέρες πιθανόν και να χύναμε στον ύπνο μας – ξέρεις από ονείρωξη, δεν μπορεί να μην ξέρεις, ήσουνα κι εσύ κάποτε έφηβος και νέος. Πιθανόν όμως και όχι, μιας και είμαστε μιας κάποιας ηλικίας, συνομήλικοι μάλλον.

ΑΡΓΑ  ή γρήγορα, καλέ μου Δημήτρη, δεν θα αποφεύγαμε τη μαλακία. Κι από αυτό το σημείο αρχίζουν τα μαρξιστικά και κομμουνιστικά δράματα. Το θέμα δεν είναι ότι θα τον παίζαμε, είναι πώς θα τον παίζαμε. Θα τον παίζαμε παρέα, ο ένας απέναντι στον άλλον ή θα τον παίζαμε κρυφά, μη σε δω και μη με δεις; Μα την Παναγία, Δημήτρη, αν και κομμουνιστής, θα ήθελες να τον παίζεις στα κρυφά, όταν εγώ θα κοιμόμουν ή όταν θα απομακρυνόσουν για να πας να χέσεις. Χέσιμο και μαλακία είναι unpaiktable ηδονικός συνδυασμός, καθ΄ όλα μαρξιστικός. Εγώ δεν συμφωνώ, Δημήτρη. Κι εγώ κομμουνιστής είμαι και θα πρότεινα να τον παίζαμε παρέα. Δεν ξέρω αν έφηβος τον έχεις παίξει με άλλους παρέα, εγώ πολλές φορές. Το γεγονός ότι εσύ προτιμάς να τον παίζεις μόνος σου κι εγώ να τον παίζαμε παρέα, με βάζει, ως μαρξιστής που είμαι και εγώ, σε πολλές σκέψεις περί της αντίληψης που έχεις μέσα στο κρανίο σου για τον κομμουνισμό. Θα διαπιστώναμε ένα αβυσσαλέο χάσμα, για το οποίο θα είχαμε πολλά να πούμε, μιας και είσαι τόσο διαβασμένος και τόσο ευφυής.

Continue reading

η λατρεία της ταλαιπωρίας: για την αθλιότητα του μαραθώνιου δρόμου

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

Ο μαραθωνοδρόμος είναι ένας άθλιος άνθρωπος – άθλιος, με την αρχαιοελληνική σημασία της λέξης, ταλαίπωρος δηλαδή. Τι είναι αυτό που ωθεί έναν άνδρα ή μια γυναίκα, ευτυχώς είναι ελάχιστοι και ελάχιστες, να υποστεί μια τέτοια απάνθρωπη ταλαιπωρία; Γιατί καθιερώθηκε το αγώνισμα του μαραθώνιου δρόμου, κάτω από ποιες συνθήκες και προϋποθέσεις; Αυτά τα ερωτήματα θα μας απασχολήσουν σήμερα, φίλες και φίλοι.

Continue reading

ο ξένος είναι ο θεός: γιατί δεν στέλνουμε πλοία να παραλάβουν τους μετανάστες και τους πρόσφυγες να μην πνίγονται;

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

Η γιαγιά της γυναίκας μου γεννήθηκε το 1923. Οι γονείς της, όλο το χωριό, εγκατέλειψαν το 1922 τον τόπο τους, ορεινό χωριό έξω από την Τραπεζούντα, και, αντί να διασχίσουν την Τουρκία, από φόβο, προτίμησαν να κάνουν ένα μεγάλο κύκλο, να περπατήσουν τα βόρεια παράλια του Εύξεινου Πόντου, να περάσουν Καύκασο, Κριμαία, Ουκρανία, Μολδαβία, Ρουμανία και Βουλγαρία για να φτάσουν στη Β. Ελλάδα. Το ταξίδι διήρκεσε ένα χρόνο – κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού γεννήθηκε η μακαρίτισσα γιαγιά Αναστασία. Ένας χρόνος είναι τέσσερις εποχές, είναι και χειμώνας και φθινόπωρο, και κρύο και βροχές. Η μάνα της γιαγιάς περπατούσε έγκυος, μέσα στο κρύο και τον καύσωνα, πέρασε ποτάμια σαν τον Βόλγα και τον Δούναβη,  γέννησε και συνέχισε να περπατά με ένα μωρό στην αγκαλιά κι άλλα μικρά παιδιά να κρέμονται από τη φούστα της. Τροφή δεν κουβαλούσαν μαζί τους – τι έτρωγαν, φίλες και φίλοι, πού κοιμόντουσαν, πώς ζεσταίνονταν, που την έβγαζαν όταν έβρεχε κι έκανε κρύο;

ΟΙ δρόμοι των νεολιθικών κοινοτήτων – αυτή είναι η απάντηση. Πιθανόν να μην τους γνωρίζετε. Ας γράψω κάτι. Από την εποχή που εμφανίστηκαν οι πρώτες αγροτικές κοινότητες στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, στην Ανατολία και Μικρά Ασία, στην Ελλάδα και σε όλα τα Βαλκάνια, από το 8.000 π. Χ. και μετά, το ταξίδι γίνονταν από κοινότητα σε κοινότητα. Ήξερες ότι σε όποια κοινότητα και να φτάσεις, θα φας, θα κοιμηθείς, θα ζεσταθείς, θα ξεκουραστείς. Ακόμα κι αν δεν μιλούσες τη γλώσσα – η φιλοξενία δεν χρειάζεται λεκτική επικοινωνία, οι πράξεις μόνο φτάνουν. Ο φιλοξενούμενος ήταν άρχοντας, φυλακισμένος και ποιητής: είχε ό,τι χρειαζόταν, έπρεπε να τηρεί τους κανόνες και όταν έφευγε υμνούσε τη φιλοξενία. Πρόλαβα και έζησα αυτόν τον τρόπο ταξιδιού – γεννήθηκα το 1959 σε μια περιοχή όπου το ηλεκτρικό ρεύμα ήρθε το 1965 και τα πράγματα που αγοράζαμε ήταν πολύ λίγα, μεταξύ των οποίων φωτιστικό πετρέλαιο, σπίρτα και αλάτι, για μας και τα ζώα. Τα τετράδια τα αγόραζα με αβγά, όταν πήγα σχολείο, το 1964. Θυμάμαι ένα καυγά της μάνας μου με τον πατέρα μου, θα πρέπει να πήγαινα στη Δευτέρα ή στη Τρίτη τάξη. Πέρασε ένας ξένος από το χωριό και στο καφενείο έγινε χαμός ποιος θα τον πάρει στο σπίτι του να τον φιλοξενήσει. Η μάνα μου την έπεσε στον πατέρα μου γιατί δεν επέμενε να τον φέρει να τον φιλοξενήσουμε εμείς. Λέγανε μάλιστα ότι το σπίτι δεν πρέπει να το κλειδώνεις γιατί μπορεί να περάσει ο θεός να δει εάν η κοινωνία πάει καλά – ο ξένος ήταν ο θεός.

Continue reading