στιγμές [δ]

1. Έζησα, δούλεψα στη Γερμανία συνολικά δύο χρόνια, κατά τα έτη 1990-4. Αρρώστησα βαριά και έφυγα και δεν ξαναγύρισα. Έπεσα για ύπνο κάποιο βράδυ, στο Μόναχο, κατάκοπος μεν από την δουλείά – χαμάλης σε επιχείρηση που νοίκιαζε μουσικά όργανα και ηλεκτρικές εγκαταστάσεις για συναυλίες, πάρτι, εκδηλώσεις – υγιής όμως. Το πρωί δεν μπορούσα να σηκωθώ, παράλυτος. Γύριζα στα πλάγια και κατουρούσα από το κρεβάτι κάτω στο πάτωμα. Μη με πιστεύετε, δεν πειράζει. Τρεις μέρες. Αντιλήφθηκα ότι πρέπει να φύγω και το πήρα απόφαση. Το πρωί της τέταρτης μέρας ήμουν τόσο ξεκούραστος, τόσο υγιής, τόσο ευκίνητος που μέσα σε λίγα λεπτά έμασα τα λιγοστά πράγματά μου, πήρα τα πόδια μου και την έκανα.
2. Με αρρώστησε η απόγνωση του κοινωνικού αποκλεισμού. Αν και ξανθός, Έλληνας, με ζωηρότατο ενδιαφέρον για την γερμανική φιλοσοφία και λογοτεχνία.
3. Στη Γερμανία ζουν οι Γερμανοί και οι άλλοι. Οι άλλοι είναι ξένοι. Οι ξένοι είναι δούλοι ή εκλαμβάνονται ως δούλοι. Η γερμανική κοινωνία είναι μια καπιταλιστική δουλοκτητική κοινωνία. Σήμερα, είναι τεράστιος ο αριθμός των οικιακών δούλων – οι κύριοί τους είναι συνταξιούχοι. Το 1990 ήταν πολύ της μόδας να σου καθαρίζει το σπίτι μαύρος – γυμνός όμως. Οι προσωρινοί κύριοί τους ήταν γυναίκες, αυτοαπασχολούμενες ή υπάλληλοι υψηλού μορφωτικού επιπέδου, ψηφοφόροι οι περισσότερες των Πρασίνων. Μα την Παναγία, αλήθεια λέω.

Continue reading