Όποτε περνάω από το Χίλτον, θυμάμαι ένα σερβιτόρο που δούλευε εκεί, τον Λεωνίδα. Κατοικούσε στην Παλιά Πεντέλη· μια μέρα έμαθα ότι πέθανε από καρκίνο. Ο Θεός ας τον συχγωρέσει, εγώ δεν μπορώ – και δεν θέλω.
Το 1960 στην Παλιά Πεντέλη κατοικούσαν μόνο κτηνοτρόφοι. Δεν ξέρω αν ήταν Βλάχοι, αλλά εκείνοι την εποχή όλους τους κτηνοτρόφους τους έλεγαν Βλάχους. Τον χειμώνα κατέβαζαν τα κοπάδια τους στη Νέα Μάκρη, το καλοκαίρι στη Πεντέλη, πάνω στο βουνό. Όταν άνοιξαν τα νταμάρια, τα λατομεία του μαρμάρου, μαζεύτηκαν εκεί λατόμοι από όλη την Ελλάδα. Από τα Γιάννενα, την Πάρο, τη Σαντορίνη, τον Έβρο. Κατοικούσαν σε μικρά δωμάτια που τους τα νοίκιαζαν οι ντόπιοι. Εμείς μέναμε στης Πράπαινας, το 1971 ήταν το μοναδικό κοπάδι. Μετά από λίγα χρόνια, ο γιος της το πούλησε κι αγόρασε ταξί. Είχε και μια κόρη – εάν μάζευα το σπέρμα που είχα χύσει για την πάρτη της, μια καρδάρα θα τη γέμιζα, σίγουρα.
Σεπτέμβριος 2016
σκέψεις για τον έρωτα, τον θάνατο και τη θυσία (1)
Κάποτε αρχίσαμε να ανοίγουμε λάκκους, να τοποθετούμε εκεί μέσα τους νεκρούς μας και να τους σκεπάζουμε με χώμα. Γιατί να το κάνουμε αυτό;
Τι γινόταν πριν; Βλέπαμε, τα λιγοστά μέλη της ομάδας, τα πτωματοφάγα όρνεα και θηλαστικά να τρώνε τους νεκρούς μας. Κάποτε αυτό δεν μπορούσαμε να το βλέπουμε, δεν το αντέχαμε. Και αρχίσαμε να θάβουμε τους νεκρούς μας, να τους προστατεύσουμε από τους γύπες και τις ύαινες. Γιατί δεν το αντέχαμε;
σχόλια για τη βία (2)
Κάθε φορά που επισκέπτομαι την Αθήνα, κάνα δυο φορές το χρόνο, όλο λέω να ανηφορίσω προς την Παλιά Πεντέλη, όπου έζησα την εφηβεία μου, αλλά ποτέ δεν το τολμώ. Δεν θέλω να κλάψω.
‘Ο,τι και να σας πω, δεν θα μπορέσετε να φανταστείτε πώς ήταν η Παλιά Πεντέλη το 1970, όταν μου συνέβη αυτό που θα σας αφηγηθώ. Μερικοί σκόρπιοι οικισμοί μέσα στο πευκοδάσος και στη πλατεία, της Αγίας Τριάδας, έξι ταβέρνες, από τις οποίες πέρασα ως βοηθός και ως σερβιτόρος, από το 1970 μέχρι το 1978.
σχόλια για τη βία (1)
Στην Utopiaggia, στη οικοκοινότητα των Γερμανών μαθητών του Χάμπερμας, καμιά σαρανταριά χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Περούτζια, με κάλεσαν ο Ντέτλεφ (σημαίνει ‘προστάτης του λαού’) και η Ίνγκριντ – τους γνώρισα στο Σαρακήνικο της Ιθάκης, σε μια άλλη οικοκοινότητα Γερμανών φρηκιών, έρχονταν για μπάνιο σε παρακείμενη παραλία γυμνιστών όπου για τρία καλοκαίρια είχα μια καλύβα- καντίνα. 1987-1989.