ενοικιάζεται νεόκτιστη μονοκατοικία με τζάκι, έξω από το χωριό, με μεγάλους αποθηκευτικούς χώρους (για τα ξύλα του χειμώνα, εργαλεία, κλπ), κήπο, κοτέτσι – 100 ευρά
Ιούλιος 2015
για την πενταετία 2020 – 2025
τα δύο προβλήματα και ο πανικός του γερμανικού Κράτους και του γερμανού Κυρίου καπιταλιστή
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
ΚΑΤΑ τη διάρκεια της ονομαζόμενης διαπραγμάτευσης που κατέληξε στο σύμφωνο της 20ής Φεβρουαρίου (2015) μεταξύ Λαγκάρντ, Ντράγκι, Ντάισελμπλουμ και Βαρουφάκη συνέβαινε το εξής: δίπλα στο γραφείο όπου συνομιλούσαν αυτοί οι τέσσερις βρίσκονταν ο Σόιμπλε και κάθε τόσο μία ο ένας, μία η άλλη πήγαιναν για να συνομιλήσουν μαζί του, να τον συμβουλευθούν, να ακούσουν τις υποδείξεις του. Δεν χρειάζεται να προσθέσω τίποτα απολύτως.
ΜΠΟΡΟΥΜΕ, φίλες και φίλοι, να μπούμε στο μυαλό και στην ψυχή του Κυρίου, εάν με το μυαλό εννοούμε τη σκέψη και με τη ψυχή το συναίσθημα, είναι απαραίτητο; Ναι, μπορούμε και είναι άκρως απαραίτητο. Είναι απαραίτητο γιατί είναι ένας ακόμα τρόπος να γνωρίζεις τον αντίπαλο κι αν δεν γνωρίζεις τον αντίπαλο η άγνοια αυτή θα ανταμειφθεί με ήττα και με απογοήτευση · και μπορούμε γιατί ο Κύριος εκφράζει συναισθήματα, μιλάει και πράττει και όλα αυτά είναι μονοπάτια που οδηγούν μέσα στο μυαλό και τη ψυχή του, είναι κλειδιά που ανοίγουν το μυαλό και τη ψυχή του.
Η ψυχοπαθολογία της δυτικής Κυριαρχίας μας είναι γνωστή: ο Κύριος χαίρεται όταν υποφέρουμε και υποφέρει όταν χαιρόμαστε. Η διαπίστωση αυτή ανάγεται στο επίπεδο της ακλόνητης βεβαιότητας: με βεβαιότητες μπαίνουμε στο μυαλό και τη ψυχή του Κυρίου καπιταλιστή. Να άλλη μία βεβαιότητα, ως προς τη σκέψη Του, δηλαδή τις επιδιώξεις Του: όταν δεν μας χρειάζεται μας εξοντώνει, όταν μας χρειάζεται μας αναπηρώνει (< ανάπηρος), μας καταστρέφει λειτουργικά, δηλαδή μας καταστρέφει με τέτοιο τρόπο ώστε αφενός να είμαστε χρήσιμοι και υπάκουοι και αφετέρου να μην μπορούμε να καταλύσουμε την Κυριαρχία, να μην μπορούμε δηλαδή να διευρύνουμε τον κομμουνισμό του παρόντος, να μην μπορούμε να δούμε κάτι πέραν του υπάρχοντος.
με το ΟΧΙ άρχισε η διαμόρφωση της νέας Αριστεράς
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
ΟΜΟΛΟΓΩ ότι μεταχειρίζομαι τον όρο Αριστερά με μισή καρδιά αλλά δεν μπορώ να επινοήσω κάποιον άλλον που θα τον αντικαθιστούσε. Με μισή καρδιά τον δέχομαι, με μισή καρδιά τον απορρίπτω. Τον δέχομαι γιατί δεν είμαι αχάριστος και αγνώμων, γιατί δεν ξεχνώ την Ιστορία, δεν ξεχνώ ότι, εάν στο παρελθόν ο κομμουνισμός του παρόντος διευρύνθηκε, εάν το δεκατετράωρο έγινε οχτάωρο, εάν μερικές φορές νικήσαμε, ήταν η Αριστερά αυτή που συντόνισε τον κοινωνικό πόλεμο και άλλαξε τον συσχετισμό ισχύος υπέρ των Υποτελών και σε βάρος του Κυρίου καπιταλιστή. Τον απορρίπτω γιατί ανήκει στο παρελθόν, γιατί δεν μπορούμε πια να πολεμήσουμε όπως πολεμούσαμε, γιατί είναι συνώνυμη με απάτες, αυταρχικότητα, στενομυαλιά, βλακεία, προδοσία, δειλία και άλλα πολλά και σε τέτοιο βαθμό που ο όρος έχει αποκτήσει μια πολύ αρνητική σημασιολογικά χροιά, όπως άλλωστε και άλλοι πολλοί.
ΚΑΠΟΙΟΙ και κάποιες θεωρούν την Αριστερά μια ακόμα έκφανση του φιλελευθερισμού, της ιδεολογίας της προόδου, του κρατισμού. Βεβαίως και θα συμφωνήσω, θεωρώ όμως ότι η διαπίστωση αυτή δεν αφορά όλη την Αριστερά, μιας και δεν υπήρξε μία Αριστερά αλλά πολλές, πάρα πολλές. Οι περισσότερες από αυτές τις Αριστερές έχουν αποχωρήσει ή αποχωρούν από το κοινωνικό, πνευματικό και πολιτικό προσκήνιο. Υπάρχουν όμως και Αριστερές που όχι μόνο δεν αποχωρούν αλλά, αν και καταχωνιασμένες δεκαετίες και αιώνες, τώρα θα αναζωογονηθούν και θ΄ ανθίσουν και θα καρποφορήσουν καρπούς γλυκούς.
τετράωρο και ελάχιστο εισόδημα για όλους και όλες
γιαούρτι με σκατά
Ήρθε η στιγμή που περίμενα πολλά, πολλά χρόνια: να επιβεβαιωθεί στην πράξη με την πιο μεγάλη σαφήνεια ότι τουλάχιστον τα ηγετικά στελέχη και οι βουλευτές (θα δούμε εάν θα είναι όλοι και όλες) του ΣΥΡΙΖΑ, και όλης της υπόλοιπης νεκροζώντανης Αριστεράς, είναι ΑΠΑΤΕΩΝΕΣ, ΒΛΑΚΕΣ, ΔΕΙΛΟΙ, πληρωμένοι ΡΟΥΦΙΑΝΟΙ, ΧΑΖΟΧΑΡΟΥΜΕΝΟΙ ΜΙΚΡΟΑΣΤΟΙ ΠΟΥ ΗΘΕΛΑΝ ΝΑ ΓΊΝΟΥΝ ΜΕΓΑΛΟΙ. .
Όλοι αυτοί, όλα αυτά τα χρόνια, πολύ θα ήθελαν να με δουν κρεμασμένο στη πλατεία Συντάγματος. Επειδή δεν μπορούσαν περιορίζονταν σε χαρακτηρισμούς ΤΡΕΛΟΣ, ΜΑΛΑΚΑΣ, ΚΩΛΟΠΑΙΔΟ και άλλα πολλά.
Ψήφισα, ψηφίσαμε, δεν είμαι μόνος, ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές και ΟΧΙ στο δημοψήφισμα μόνο και μόνο για να έρθει αυτή η στιγμή.
Όποιος και όποια ψηφίσει τα μέτρα να έχει υπόψη του ότι τους απατεώνες και τους ρουφιάνους δεν τους αφήνουμε ατιμώρητους: όπου κι αν σας δούμε, φτύσιμο, χαστούκια, κλοτσιές, αυγά, ντομάτες, γιαούρτι με σκατά.
πέρα από το Θέαμα και τη μαζική δημοκρατία / πέρα από τον ταξισμό και την ιδεολογία (περί δημοψηφίσματος συνέχεια)
του λαμπε ρατ
Εκεί όπου σταματά η μοναξιά, εκεί αρχίζει η αγορά· κι εκεί όπου αρχίζει η αγορά, αρχίζει και ο θόρυβος των μεγάλων θεατρίνων και το βούισμα των δηλητηριωδών μυγών…
Γεμάτη από επίσημους παλιάτσους είναι η αγορά – και ο λαός περηφανεύεται για τους μεγάλους άνδρες του! Είναι γι’ αυτόν οι κύριοι της στιγμής. Η στιγμή όμως τους πιέζει: έτσι σε πιέζουν κι αυτοί. Κι από σένα θέλουν επίσης ένα ναι ή ένα όχι.
Φρίντριχ Νίτσε
Το δημοψήφισμα «έγινε». Ο «κυρίαρχος ελληνικός λαός» -και το περιστέρι και η εκάλη, και τα εξάρχεια και το κολωνάκι, ένας ισοπεδωτικός ωκεανός μικρομπουρζουαζίας και φιλισταϊσμού από άποψη κουλτούρας, τρόπου σκέψης και ζωής- πήρε «θέση» στην έρημο του πραγματικού. Αυτήν που είχε και πριν προκηρυχθεί το δημοψήφισμα. Τη θέση της μαζικής δημοκρατίας. Τη θέση της δημοκρατίας ως μορφής, ιδεολογίας και θεάματος, της ψευδαίσθησης συμμετοχής στις αποφάσεις. Τη θέση της μέσω του διχασμού τεχνητής επανασυγκόλλησης. Τη θέση της παθητικής αποδοχής και της αντιπολίτευσης. Τη θέση του εκσυγχρονιστικού πλουτοπροδρομισμού (οι ταξικά ανώτεροι) ή του εκσυγχρονιστικού πτωχοπροδρομισμού (οι ταξικά κατώτεροι).
ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος (1)
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
ΠΑΜΕ σε μια εκδήλωση του χώρου, αντιλαμβάνεστε τι εννοώ, όπου έχει προσκληθεί κάποιος ή κάποια για να μιλήσει, να κάνει μια εισήγηση και ακολούθως να γίνει συζήτηση. Αρχίζει ο ομιλητής, λέει τα δικά του, περνάνε κάνα δυο ώρες και μετά αρχίζει η συζήτηση, γίνονται ερωτήσεις, δίνονται απαντήσεις και κυλά η βραδιά από βαρετή και ανιαρή έως μπορεί και ενδιαφέρουσα. Αυτό το μοντελάκι παίζει, φίλες και φίλες, ποτέ μου όμως δεν το άντεξα. Έκανα πολλές προσπάθειες να πιέσω τον εαυτό μου αλλά πάντα επιβεβαιωνόταν ότι είναι πολύ πιο ισχυρός από μένα. Τη λέξη βαριέμαι δεν την ξέρω και όταν βαριέμαι, τρομοκρατούμαι, το βάζω στα πόδια, τρέχω και δε φτάνω.
ΑΠΟΔΙΔΩ τη βαριεμάρα μου αφενός στον τρόπο που διαβάζω (διακόπτω συχνά την ανάγνωση για να βρίσω περπατώντας μέσα στο δωμάτιο, , να συμφωνήσω, να θαυμάσω, να σημειώσω στα περιθώρια, να χύσω τσαντισμένος ή συγχυσμένος καφέ ή λάδι πάνω στις σελίδες, να πέσει και καμιά κάφτρα και ν΄αφήσει το σημάδι της) και αφετέρου στην κατανόηση του παραπάνω περιγραφέντος μοντελακίου. Η κατανόηση αυτή θα είναι και το αντικείμενο του σημερινού και άλλων προσεχών σημειωμάτων.
ΕΡΩΤΩ: μήπως αυτό το μοντελάκι έχει διαμορφωθεί με πρότυπο τον Λόγο του Θεού; Η ερώτηση αυτή προήλθε από μία άλλη, που προηγείται χρονικά και λογικά, προήλθε από ένα ζήτημα που με απασχολεί εδώ και πολλά χρόνια, το ζήτημα της διακοπής του λόγου ενός ομιλητή από τον ακροατή. Εάν το υπάρχον μοντελάκι είναι μίμηση του Λόγου του Κυρίου, τότε η κατανόησή του είναι ταυτόσημη με την κατανόηση του Λόγου της πρώτης πρότασης της πρώτης περιόδου του προλόγου του κατά Ιωάννην ευαγγελίου. Παραθέτω όλη την πρώτη περίοδο:
ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος καί ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν και Θεός ἦν ο Λόγος.
ιστορίες πείνας (2)
ιστορίες πείνας (1)
ΠΡΩΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΕΙΝΑΣ
1979, καλοκαίρι, είμαι είκοσι χρονών
Μετά από δέκα τρεις μέρες περπατήματος στα νότια παράλια της Κρήτης, ξεκινώντας από τη Χώρα Σφακίων, αφού έχασα το καραβάκι για Γαύδο, έφτασα μεσημέρι, ντάλα ο ήλιος, σε έναν μικρό οικισμό κάπου μεταξύ Ιεράπετρας και Σητείας. Πεινούσα πολύ. Πάω στη μικρή πλατεία, ανοιχτό ένα καφενείο, κάθονται έξω κάτω από ένα κιόσκι τρεις κρητικοί μουστακαλήδες στα μαύρα, μεγαλύτεροι από μένα, τριαντάρηδες. Τους κοιτάζω στα μάτια και τους λέω: πεινάω.
Κάθισε, μου λένε. Κάθομαι. Πεινάς, ε; Ναι, τους λέω, πεινάω πολύ. Κοιτάζονται μεταξύ τους κι ένας μου λέει: φάε, δείχνοντάς με ένα μικρό πιατάκι του καφέ με μύγες. Σκότωναν μύγες. Κοιταζόμαστε στα μάτια όπως οι πιστολέρος στα καμπόικα έργα πριν τραβήξουν τα περίστροφα. Παίρνω το πιατάκι, αδειάζω τις μύγες στην αριστερή μου χούφτα, τις βάζω στο στόμα, τις μασάω επιδεικτικά, τις καταπίνω, ανοίγω το στόμα να δουν τι έχει μέσα και τους ρωτάω, έχει άλλες;
Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και ένας από αυτούς φώναξε τον καφετζή.
Ήπια ρακή με ντάκο ποτισμένο με λάδι, ψωμί ζυμωτό, έφαγα δύο πιάτα σουπιές με ελιές, ήπια άσπρο κρασί, γραβιέρα με μέλι για επιδόρπιο.