ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος (2): το σχόλιο του Γκέτε

 

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

Το ευαγγέλιο του Ιωάννη αρχίζει με τρεις υμνητικές, πανηγυρικές υπέρ του Λόγου προτάσεις, τις οποίες ακόμα δεν έχουμε κατανοήσει. Το τι έχει γραφτεί γι’ αυτές τις προτάσεις και ειδικά για την πρώτη φράση της πρώτης πρότασης (ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος) δε λέγεται. Γιατί δεν τις, την έχουμε κατανοήσει; Ποιος είναι ο Λόγος;

Σήμερα θα καταπιαστούμε με το σχόλιο που έχει κάνει ο Γκέτε στην αρχική φράση της πρότασης (ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος), αφού πρώτα παραθέσω την εν λόγω πρόταση περί του Λόγου:

1. Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος.

2. ούτος ην εν αρχη προς τον Θεόν· 3. πάντα δι΄ αυτού εγένετο και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν, ο γέγονεν·

4. εν αυτώ ζωή ην και η ζωή ην το φως των ανθρώπων· 5. και το φως εν τη σκοτία φαίνει και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν.

Η αρχική φράση μεταφράστηκε στα λατινικά, από τον Άγιο Ιερώνυμο (Vulgata),  ως In principio erat verbum και στα γερμανικά, από τον Λούθηρο, ως Am Anfang war das Wort, όπου verbum και Wort είναι η λέξη, ο λόγος, η ομιλία, τα λόγια. Από θεολόγους και φιλολόγους διατυπώθηκαν πάρα πολλές επιφυλάξεις και ενστάσεις και διαφωνίες για αυτές τις μεταφράσεις αφού είναι πολύ σαφές ότι ο Λόγος δεν είναι λέξη, ομιλία ή, μάλλον, δεν είναι μόνο λέξη και ομιλία.

Continue reading

το κλειδί για την κατανόηση της αρχαίας ελληνικής Ιστορίας

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

ΘΑ θέσω το παρακάτω ερώτημα, ρητορικό, γιατί είμαι βέβαιος ότι είμαστε όλοι και όλες σε θέση να διατυπώσουμε μια πολύ απλή και πολύ σαφή απάντηση. Γνωρίζουμε ότι πριν μερικές δεκαετίες η ελληνική οικογένεια ήταν πολυμελής. Οικογένεια που δεν είχε καμιά δεκαριά παιδιά, τουλάχιστον, ήταν σπάνιο φαινόμενο. Σήμερα, η   οικογένεια με δυο παιδιά αρχίζει να σπανίζει –  τείνει να επικρατήσει το ένα παιδί, η μονογονεϊκή οικογένεια, οι εργένηδες, οι ανύπαντροι και οι ανύπαντρες. Πρόκειται για μια πολύ μεγάλη κοινωνική αλλαγή. Υπάρχει εξήγηση πώς η δεκαπενταμελής οικογένεια έγινε τριμελής; Ασφαλώς και υπάρχει και είναι γενικά αποδεκτή. Η αγροτική οικογένεια ήταν πολυμελής, η εργατική (και μικροαστική) οικογένεια ολιγομελής. Η αγροτική οικογένεια χρειάζονταν χέρια, ανδρών και γυναικών, για την εργασία στα χωράφια και την επεξεργασία των προϊόντων αλλά και για να γηροκομούν τους γονείς. Η εργατική οικογένεια δεν χρειάζεται χέρια, της είναι μεγάλο άχθος και βάρος – όσο για τα γεράματα, σύνταξη από το Κράτος και οι πολύ γέροι και γριές στο γηροκομείο. Αν κάνω κάποιο λάθος, θα ήθελα να μου το επισημάνετε.

ΝΑΙ, αλλά όταν λέμε εργατική (και μικροαστική) ολιγομελής οικογένεια το μυαλό μας δεν γίνεται να μην πάει στον καπιταλισμό – εάν δεν πάει, λυπάμαι, δεν έχετε καταλάβει απολύτως τίποτα. Κι όταν λέμε αγροτική πολυμελής οικογένεια δεν εννοούμε την καπιταλιστική αγροτική οικογένεια  των τρακτεριών και των θεριζοαλωνιστικών μηχανών. Εννοούμε την προκαπιταλιστική οικογένεια των αγροτικών κοινοτήτων.

ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΜΕ λοιπόν ότι με την μετάβαση από έναν συγκεκριμένο τρόπο παραγωγής σε έναν άλλον, το μέγεθος και η λειτουργία της οικογένειας αλλάζει δραστικά. Τόσο δραστικά που συρρικνώνεται, παρακμάζει, αποσυντίθεται, που τείνει να εξαφανιστεί. Είμαστε μάρτυρες αυτής της κοινωνικής αλλαγής – πολλοί γέροι και γριές ζουν ακόμα ενώ εμείς οι ίδιοι βιώνουμε την αργή αλλά σταθερή αποσύνθεση της πυρηνικής πατριαρχικής οικογένειας.

ΘΑ ήθελα τώρα να κάνουμε ένα ταξιδάκι στον χρόνο και να μεταφερθούμε στην αρχαία Αθήνα. Όλα όσα θα γράψω, αφού πιω πρώτα ένα καφεδάκι και καπινίσω ένα τσιγαράκι στο μπαλκόνι ρεμβάζοντας τον χωρίς αστέρια ουρανό, δεν είναι διαβάσματα από βιβλία, όχι γιατί τα περιφρονώ, κάθε άλλο,  αλλά γιατί το θέμα που θα θίξω δεν έχει μελετηθεί για να το διαβάσω – από όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω τουλάχιστον, κι αν κάνω λάθος, θα ήθελα πολύ να μου το υποδείξετε –  αλλά είναι γνώσεις και πορίσματα από τη μελέτη των ιστορικών πηγών: κείμενα, επιγραφές, αρχαιολογία και δευτερευόντως μυθολογία, θρησκεία και γλώσσα. Αργότερα, θα διατυπώσουμε και μια εξήγηση γιατί δεν έχει μελετηθεί και θα επισημάνουμε κι άλλα κοινωνικά φαινόμενα που είχαν την ίδια τύχη.

Continue reading

εισαγωγή στην αρχαία ελληνική Ιστορία

φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

Από τα μέσα του προσεχούς Οκτωβρίου και μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου, όταν οι εργασίες στους κήπους λιγοστεύουν ή και δεν υπάρχουν καθόλου,  θα αρχίσω να δημοσιεύω κεφάλαια μιας Εισαγωγής στην αρχαία ελληνική ιστορία, μιας Εισαγωγής που θα αλλάξει παντελώς την εικόνα, τις εικόνες μάλλον,  που έχουμε σχηματίσει για την αρχαία ελληνική κοινωνία και ιστορία. Εν τω μεταξύ, κι όταν με το καλό εκδοθεί το βιβλίο, σε κάνα δυο χρόνια, θα έχουμε να πούμε κι άλλα πολλά, πάρα πολλά.

Ποιες είναι αυτές οι εικόνες, πώς , πότε, από ποιους σχηματίστηκαν; Αυτό είναι το πρώτο ερώτημα.

Γιατί οι εικόνες αυτές δεν απαντούν στα μέχρι τώρα πολλά αναπάντητα ερωτήματα που εγείρει η αρχαία ελληνική ιστορία;  Αυτό είναι το δεύτερο ερώτημα.

Προσκαλώ τους αντιπάλους, τους ακολούθους και οπαδούς του Κορνήλιου Καστοριάδη και του Παναγιώτη Κονδύλη (οι οποίοι δεν είχαν πρόσβαση στις ιστορικές πηγές και ό,τι έγραψαν, σαβούρα για τα μπάζα, είναι αναμασήματα ανάγνωσης άλλων συγγραφέων, ιστορικών της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας),  να ετοιμάσουν τα επιχειρήματά τους, να ακονίσουν καλά τα μαχαίρια τους και τους προειδοποιώ να μην κάνουν τον κόπο να ψάξουν στα λεξικά να βρουν νέους χαρακτηρισμούς για το πρόσωπό μου – οι ήδη υπάρχοντες μού είναι αρκετοί. Ετοιμαστείτε να πολεμήσουμε!

Continue reading

2015 – 2025: δεκαετία διαμόρφωσης νέων αξιών, κυβερνήσεων εθνικής ενότητας και εκλογικής αποχής

φίλες και φίλοι, καλημέρα

ΓΡΑΦΩ τις Ιστορίες Πείνας για να πω ότι υπάρχει καλοσύνη. Υπάρχει – υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει. Και κακία υπάρχει -είμαστε και κακοί και καλοί. Την κακία τη θυμάμαι δύο δευτερόλεπτα και το δείχνω με το σήμα της νίκης. Τη καλοσύνη δεν την ξεχνώ ποτέ, θα τη θυμάμαι μέχρι να ψοφήσω. Αν με ρωτήσετε τι είναι η κακία, θα σας απαντήσω ευθέως και σαφηνώς: ο ανταγωνισμός. Αυτή είναι η μήτρα από την οποία προέρχονται και ο κτητικός ατομικισμός και ο φθόνος και η αχαριστία και ο κακός εγωισμός – υπάρχει και καλός, η αξιοπρέπεια της ανυποταξίας. Ο (δυτικός) ανταγωνισμός είναι μια διεστραμμένη εκδοχή, ποιμενικής προέλευσης,  της διεκδίκησης (ανθρωπολογικά μιλώντας,  όχι πολιτικά), της σύγκρουσης. Υπάρχει και άλλη μία εκδοχή της διεκδίκησης και της σύγκρουσης: η συνεργασία, με την καλοσύνη της καθημερινής ζωής να είναι μια ορατή μορφή της.

ΤΗΝ κακία την έχω γνωρίσει καλά, την έχω νιώσει όσο τίποτα άλλο. Το τι έχω τραβήξει δεν λέγεται – από Έλληνες, από ορθόδοξους χριστιανούς. Η καλοσύνη όμως μου έδειξε και μου δείχνει και θα μου δείχνει πως να ζω. Ένα έδωσες, εφτά θα σου δώσει η ζωή·  ένα πήρες, εφτά θα σου αφαιρέσει – αυτός είναι ο κανόνας της ζωής, ο δικός μου κανόνας, σε αυτόν κατέληξα.

Continue reading

ιστορίες πείνας (4)

 

 

ΕΚΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΕΙΝΑΣ

1984, είμαι είκοσι πέντε, η Χριστίνα Αμαρυλλίς τριών

Έφτασα στο Νεοχώρι, στον Αχελώο, με τα πόδια, μεσημέρι προς απόγευμα, όταν κάνει τη πιο πολλή ζέστη, Αύγουστος. Στεγνός, δεν υπήρχε μία, σάλιο. Τράβηξα για την πλατεία, ψυχή! Περπατώντας για την εκκλησία, να τη πέσω να ξεκουραστώ, σκεφτόμουν ότι, εάν βρω μεροκάματο απόψε το βράδυ, φόρτωμα, μπάλες, τριφύλλι, αύριο το μεσημέρι θα φάω. Κεφτεδάκια με πατάτες τηγανητές και φέτα και τρεις μπίρες, παγωμένες. Την έπεσα μπροστά στη πόρτα.
Όταν άνοιξα τα μάτια είχε νυχτώσει για τα καλά. Φως από μια ψηλή τσιμεντένια κολόνα της ΔΕΗ με βοήθησε να δω δίπλα μου ένα πιάτο με τρία κεφτεδάκια και πατάτες τηγανητές και λίγη φέτα. Και ένα πεπόνι. Έφαγα και κάθισα στα σκαλοπάτια. Στο στενό δρομάκι μπροστά έπαιζαν κοριτσάκια, και τρίχρονα και τρίχρονα και τρίχρονα και πεντάχρονα και δεκάχρονα. Και γριές, σε παρέες, καθισμένες κατάχαμα, ανά τρεις, ανά πέντε, ανά εφτά. Τις είδα όλες. Μία από αυτές μου έφερε το φαγητό, ποια όμως; Τη βρήκα – κι ας μην ήταν αυτή. Η πιο πονεμένη.
Σηκώθηκα και πήγα στη πλατεία. Το πιάτο δεν ήταν πλαστικό.

ΕΒΔΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΕΙΝΑΣ

1986, είμαι είκοσι εφτά

Βγήκα από το σπίτι, στον Νέο Κόσμο, στην ώρα μου, μετά τις δώδεκα, τα μεσάνυχτα – πριν ανατείλει ο ήλιος έπρεπε να επιστρέψω στο φέρετρό μου, εκεί όπου κοιμόμουν, στο δωμάτιό μου. Πήγα με το μηχανάκι, κλεμμένο από την πλατεία Κυψέλης, εκεί και εκεί και εκεί, έδωσα εκείνο και εκείνο, πήρα εκείνο και εκείνο, συνάντησα εκείνον και εκείνον, εκείνην και εκείνην, ήπια αυτό και το άλλο, σνιφάρισα αυτό και το άλλο, κάπνισα αυτό και το άλλο. Πριν τα χαράματα συνάντησα σε ένα σπίτι την Εύα, είχα καιρό να τη δω, και, αν και ήμουν λιώμα, χάρηκα πολύ. Τόσο που φεύγοντας έπεσα από το μηχανάκι με το δεξί μάγουλο πάνω σε χαλίκια και αφού σηκώθηκα έπεσα και με το αριστερό. Ούτε πόνο θυμάμαι ούτε αίματα. Η πιο κοντινή στην πρέζα ουσία είναι τα ξίδια. Γομολάστιχες και τα δύο: με την πρώτη σβήνεις εαυτόν, με τα δεύτερα τη κενωνία.
Είχα να φάω κάνα δυο μέρες, ένας πατσάς θα ήταν ό,τι έπρεπε. Πήγα εκεί που πήγαινα, αρχές Συγγρού, κοντά στο σπίτι. Μπήκα μέσα, χαμογελαστός, ας είναι καλά η Εύα, κάθισα, παρέες με πουτάνες και τραβεστί και νταβατζήδες και νονοί και εκτελεστές και μαχαιροβγάλτες και εμπόρια περίμεναν να σερβιριστούν. Και με κοιτούν περίεργα αλλά εγώ χαμογελάω αδιάφορα σα να μη τρέχει τίποτα. Δεν πρόλαβα να σκεφτώ ότι θα περίμενα πολλή ώρα για να φάω να στανιάρω, έρχεται τρέχοντας ένας σερβιτόρος και με ρωτάει τι θέλω, ψιλοκομμένο του λέω, τρέχει και μου τον φέρνει, α, του λέω, ξέχασα και μισό κιλό κρασί, τρέχει και μου το φέρνει, κοιτάω γύρω μου, όλοι και όλες μου χαμογελούν, τους χαμογελώ κι εγώ, παραξενεύομαι αλλά κάνω τον αδιάφορο.
Πληρώνω και την κάνω για το φέρετρο. Κατά τύχη κοίταξα στον καθρέφτη – από τότε που κατάλαβα ότι ο καθρέφτης ασχημαίνει, τον απόφευγα, να γιατί είμαι τόσο ωραίος! Τι ωραίος! Μάγουλα χαρακωμένα, αίματα ξεραμένα.