Δεκέμβριος 2015
για την σύγκρουση φωτός και σκότους, λευκού και μαύρου
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
ΤΟ λευκό και το μαύρο δεν είναι χρώματα, θα τα θεωρήσουμε όμως χρώματα. Το λευκό είναι φως, το μαύρο είναι απουσία φωτός. Το λευκό είναι η μέρα, το μαύρο είναι το σκοτάδι· το λευκό είναι η ζωή, το μαύρο είναι ο θάνατος· το λευκό είναι η χαρά, το μαύρο είναι η θλίψη· το λευκό είναι η καθαριότητα, το μαύρο είναι η βρομιά· το λευκό είναι η επιείκεια, το μαύρο είναι η αυστηρότητα· το λευκό είναι η παιδικότητα, το μαύρο είναι τα γηρατειά· το λευκό είναι η τρομοκρατία, το μαύρο είναι η εξέγερση· το λευκό είναι ο Κύριος, το μαύρο ο εξεγερμένος, ο επαναστάτης· το λευκό είναι η κατάφαση, το μαύρο η άρνηση. Γιατί το λευκό και το μαύρο να παραπέμπουν σε αυτούς τους χαρακτηρισμούς, τους συνειρμούς, τις παρασημάνσεις (παραδηλώσεις);
ΟΥΤΕ το λευκό ούτε το μαύρο διαθέτουν εγγενώς τους χαρακτηρισμούς και τις ιδιότητες που εξέθεσα. Δύο πολύ γνωστά παραδείγματα: δεν είμαστε λευκοί, δεν ανήκουμε στη λευκή φυλή, δεν υπάρχει λευκοί – μπορείτε να φανταστείτε πως θα ήμασταν λευκοί; – ούτε το κρασί που πίνουμε είναι λευκό. Γιατί όμως θεωρούμε το χρώμα του δέρματός μας λευκό και το κρασί λευκό; Γιατί το λευκό διαθέτει ένα στοιχείο υπεροχής και είναι ταυτόσημο με την (κοινωνική) ανωτερότητα. Γιατί όμως; Και γιατί το μαύρο να είναι ταυτόσημο με χαρακτηρισμούς αρνητικούς; Σήμερα, φίλες και φίλοι, θα ασχοληθούμε με την προέλευση της σύγκρουσης φωτός και σκότους, λευκού και μαύρου χρώματος. Θα προσθέσω άλλη μια αφορμή να γίνω αντιπαθητικός και δυσάρεστος, θα χαρίσω άλλη μια ώθηση για τη σκέψη – για όσους και όσες σκέφτονται, βεβαίως.
ο εκφυλισμός του εγκεφάλου μας
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
Ο Αντρέ Λερουά Γκουράν (Andre Leroi – Gourhan) στο βιβλίο του Το έργο και η ομιλία του ανθρώπου (εκδ. ΜΙΕΤ, μτφρ. Άγγελος Ελεφάντης) υποστηρίζει ότι ο εγκέφαλός μας είναι δημιούργημα των χεριών μας. Συμφωνώ απολύτως. Θα έγραφα ότι είναι δημιούργημα της εργασίας των χεριών μας αλλά δεν είμαι βέβαιος εάν μας επιτρέπεται να θεωρήσουμε εργασία το σπάσιμο ενός οστού με μια μεγάλη κροκάλα για να φαγωθεί το νοστιμότατο και θρεπτικότατο μεδούλι. Εάν η ανάπτυξη του ήδη υπάρχοντος μικρού εγκεφάλου άρχισε με αυτό το σπάσιμο του οστού, είναι σαφές ότι έπρεπε να περάσουν εκατομμύρια χρόνια για να σχηματιστεί ο εγκέφαλος που διαθέτουμε σήμερα. Ο οποίος είναι βέβαια η κορωνίδα της συνεργασίας: μέσα στον εγκέφαλο δεν υπάρχει ίχνος ανταγωνισμού διότι είναι ο ίδιος αποτέλεσμα της συνεργασίας χεριών και νευρικού συστήματος που αναπτύχθηκε και αυτό ως αποτέλεσμα της κίνησης των χεριών μας.
Η ολοσχερής επικράτηση του ανταγωνισμού στις δυτικές κυριαρχικές κοινωνίες δεν μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πλήρως τη λειτουργία του εγκεφάλου. Θεωρώ ότι θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε κάποιες λειτουργίες του μόνο όταν θα αρχίσει να υποχωρεί ο ανταγωνισμός και να προκρίνεται η συνεργασία. Κατά συνέπεια, οι διάφορες επιστήμες που ασχολούνται με τον εγκέφαλο έχουν όρια ανυπέρβλητα, τα οποία δεν συνειδητοποιούν, έχοντας πλήρη εμπιστοσύνη στις επιστημονικές μεθοδολογίες της Κυριαρχίας.
ΟΛΕΣ αυτές οι επιστήμες έχουν αγγίξει ήδη κάποια όρια. Δύο από τους φίλους μου και δασκάλους μου είναι νευρολόγοι, ο ένας καθηγητής Πανεπιστημίου, και συζητάω μαζί τους πολλές από τις ενστάσεις και επιφυλάξεις που θα εκθέσω σήμερα. Αφορμή αυτών των επιφυλάξεων είναι η αύξηση του αριθμού των νόσων του εγκεφάλου, η αιτιολογία των οποίων παραμένει άγνωστη. Η αύξηση αυτή με έχει βάλει σε πολλές σκέψεις.
η σχέση μου με τη σόμπα με έχει καταστρέψει
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
αφιερωμένο εξαιρετικά στα πρεζόνια της Σχολής με ευγνωμοσύνη
ΧΘΕΣ ο εγκέφαλός μου με ΄κανε ένα πολύ ωραίο δώρο. Με τον εγκέφαλό μου έχω αναπτύξει μια πολύ καλή σχέση, τα λέμε, του μιλάω, εκφράζω την αγάπη μου και την ευγνωμοσύνη μου κάθε τόσο, του κάνω υποδείξεις, τον βρίζω, έχει φάει πολλές χριστοπαναγίες και γαμοσταυρίδια, έχει δημιουργηθεί μια σχέση πλεονικής σπείρας. Είναι ο φύλακας άγγελός μου. Επίσης, είναι αντικείμενο ερευνών. Τον παρατηρώ με μεγάλη προσοχή, καθώς ο ίδιος αποκαλύπτεται διότι έχει επίγνωση ότι δεν κινδυνεύει· δεν χρησιμοποιώ οξύτατα νυστερίδια, όχι, δεν τον κόβω, δεν τον παρατηρώ στο μικροσκόπιο, δεν βλέπω τους νευρώνες και τους κόμβους με τα μάτια, δεν βλέπω με τα μάτια τα επίπεδα του συντονισμού και της κλιμάκωσής του, όχι, απλά παρατηρώ και μελετώ τους συνειρμούς και τις σκέψεις που κάνει και δέχομαι με ευγνωμοσύνη τα δώρα του.
ΤΟ ενδιαφέρον μου για τον εγκέφαλό μου άρχισε πριν καμιά δεκαριά χρόνια όταν εκ των υστέρων κατανόησα μια φροντίδα του, την οποία για πολλά χρόνια θεωρούσα ως παθολογική κατάσταση. Το 1987 παρατάω τη γύρα και εγκαθίσταμαι στην Αθήνα, στον Νέο Κόσμο. Μόνος, άφραγκος, χωρίς φίλους, χωρίς δουλειά. Ένα βράδυ, εκεί που κοιμάμαι, ακούω κάποιος να χτυπάει την εξώπορτα, μια τζαμόπορτα. Ανασηκώνομαι από το κρεβάτι και βλέπω κάποιον, μια σκιά, πίσω από το τζάμι. Μπα, σκέφτομαι, κάποιος ήρθε να με επισκεφτεί, κάποιος με θυμήθηκε, και τρέχω με χαρά να ανοίξω. Ανοίγω την πόρτα, κανένας! Μα την Παναγία, σας λέω, κανένας!
θα ανθίσει σήμερα η ψυχή σου, θα ευωδιάσει;
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
ΕΝΑ από τα πολλά πολλά κατάλοιπα του παρελθόντος του πολιτισμού μας είναι η αντίληψή μας για την ψυχή. Ο χαρακτηρισμός κατάλοιπα (λείψανα, απομεινάρια) καταγράφει μια αναντιστοιχία μεταξύ μιας παραδοσιακής αντίληψης και μιας νέας αντίληψης, η οποία δεν είναι διαδεδομένη, εξαπλώνεται όμως. Η εξάπλωση αυτή ενδέχεται να είναι η ορατή πλευρά μιας επαναστατικής μοριακής αλλαγής, εάν βέβαια η νέα αντίληψη, η νέα ιδέα, η νέα γνώση, η νέα πρακτική εγκαταλείπει το χώρο της μεταφυσικής και της επιθυμίας και διαυγάζει την πραγματικότητα ή θέτει ζήτημα νέων αξιών και πρακτικών, όπως συμβαίνει με την νέα αντίληψη περί ψυχής. Επειδή η αλλαγή είναι μοριακή, κινείται στο χώρο της καθημερινότητας, δεν φαίνεται να είναι επαναστατική – η αντίληψη όμως αυτή είναι ένα ακόμα από τα πολλά κατάλοιπα του παρελθόντος.
ΤΟ γιατί υπάρχουν κατάλοιπα, και μάλιστα πολλά, σε διαφορετικές αλλά διαδοχικές φάσεις ενός πολιτισμού, σε διαφορετικούς αλλά διαδοχικούς τρόπους παραγωγής, είναι ένα ζήτημα για το οποίο δεν έχουμε ασχοληθεί διεξοδικά – είναι μία από τις πολλές έρευνες που πρόκειται να γίνουν. Η επιβίωση αυτών των καταλοίπων δείχνει ότι υπάρχουν μόνιμα χαρακτηριστικά σε όλες τις φάσεις του πολιτισμού μας, τα οποία επιχειρούμε να εντοπίσουμε και να αναδείξουμε. Μία εξήγηση που δίνουμε είναι αυτή της κοινωνικής αδράνειας: ο τρόπος παραγωγής και ζωής αλλάζει πιο εύκολα και πιο γρήγορα από ό,τι οι ιδέες και οι αντιλήψεις.
ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ παρουσιάζει και το ζήτημα του τρόπου αναπαραγωγής και επιβίωσης ενός πολιτισμικού καταλοίπου. Εδώ η συμβολή της γλώσσας είναι σαφής. Όταν λέμε ότι κάποιος ξεψυχάει εννοούμε ότι πεθαίνει αλλά το ρήμα ξεψυχάω εμβολιάζει στον εγκέφαλό μας την αντίληψη ότι η ψυχή φεύγει από το σώμα. Και προφανώς δεν μπορεί παρά να φεύγει από μια οπή (το στόμα), εφόσον το σώμα είναι η κατοικία ή η φυλακή της ψυχής . Επειδή όταν πεθαίνουμε βογκάμε (επιθανάτιος ρόγχος), και βογκάμε για να νιώσουμε καλύτερα σωματικά, να εκτονώσουμε το άγχος μας, αυτό το βογκητό, αυτή η θορυβώδης και τρομακτική και βασανιστική εκπνοή εκλαμβάνεται ως ψυχή που προσπαθεί εναγωνίως να φύγει. Εάν θέλουμε να ζήσουμε, να κρατηθούμε στη ζωή λίγα ακόμα δευτερόλεπτα, και το κάνουμε όχι λόγω φόβου αλλά λόγω απληστίας, η ψυχή δεν φεύγει – εάν παραιτηθούμε και χαλαρώσουμε, φεύγει, ξεψυχάμε. Τι γίνεται όμως με αυτούς και αυτές που πεθαίνουν χωρίς βογκητά; Τότε η ψυχή δραπετεύει ως η τελευταία ανάσα, η έσχατη πνοή, η έσχατη εκπνοή. Λέμε: εξέπνευσε! Πού πάει όμως η ψυχή;