φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
ΘΑ έγραφα σήμερα για την εγκυμοσύνη του ανθρώπινου θηλυκού και πώς συνέβαλε στην ενίσχυση του ζωντανού κομμουνισμού αλλά αντ΄ αυτού θα κάνω μια σύντομη παράκαμψη, πριν επανέλθω, και θα εξετάσω από ετυμολογικής έποψης τις αρχαίες ελληνικές λέξεις ολίγος και αγάπη για να εντοπίσουμε τις αρχικές τους σημασίες. Αφορμή για αυτή την παράκαμψη είναι η άποψη ενός φιλοσόφου, του Νίτσε, ότι η εγκυμοσύνη είναι αρρώστια. Θα παραθέσω το σχετικό εδάφιο μόνο και μόνο για να μην παρεξηγηθώ, ότι δηλαδή αποσπώ μια πρόταση και την μεταχειρίζομαι κατά βούληση: μόνον η άσχημη συνείδηση, μόνο η θέληση για κακομεταχείριση του εαυτού παρέχει την προϋπόθεση για την αξία του μη εγωισμού. Η άσχημη συνείδηση είναι αρρώστια, δεν χωράει αμφιβολία γι΄ αυτό, αλλά μια αρρώστια σαν την εγκυμοσύνη. (Γενεαλογία της ηθικής, σελ. 127, εκδ. Πανοπτικόν, μετ. Ζήσης Σαρίκας).
ΥΠΟΝΟΕΙΤΑΙ ότι η αρρώστια είναι αδυναμία, αρρώστια και αδυναμία είναι ελαττώματα. Η ίδια η λέξη ελάττωμα σημαίνει αδυναμία. Η λέξη ελάττωμα εμφανίστηκε κατά τον τέταρτο π. Χ. αιώνα, η αρχαιότερη μαρτυρία εντοπίζεται στον Δημοσθένη, και δηλώνει μια κατάσταση κατά την οποία κάποιος χάνει δύναμη ή ισχύ σε σχέση με κάποιον άλλον, καταγράφει μείωση ισχύος· άλλως, η μειονεκτική θέση, το μειονέκτημα (: να έχεις λιγότερα). Η προέλευσή της είναι σαφής: από το επίθετο συγκριτικού βαθμού ελλάττων (ελλάσσων), παραθετικό του επιθέτου ελαχύς, το οποίο όμως εξέπνευσε πριν τον 7ο π. Χ. αιώνα. Εκλαμβάνεται ως παραθετικό του επιθέτου ολίγος, οπότε η συσχέτισή του με τη λέξη ελάττωμα είναι ευνόητη.
ΤΟ επίθετο ολίγος είναι μια αρχαιότατη λέξη, η σημασία της οποίας όμως δεν άλλαξε μέχρι τις μέρες μας (λίγος και ολίγος). Τί γίνεται όταν σε μια κοινωνία επικρατεί το λίγο κι αυτό το λίγο δεν μπορεί παρά να είναι η τροφή; Μου διέφυγε: παρέβλεψα τον χαρακτηρισμό ποιμενική (κοινωνία). Διότι, όπως γνωρίζουμε, φίλες και φίλοι, οι ποιμενικές κοινωνίες ζούσαν μέσα στην ένδεια και τη σπάνη, όταν δεν υπήρχαν πια διαθέσιμα βοσκοτόπια, λειμώνες, λιβάδια για να φάνε τα ζώα χόρτα, για να φάνε οι άνθρωποι κρέας. Η έλλειψη αυτή, και του χώρου (στενός/στόνος! στενοχωρία > στενοχώρια!) και της τροφής, έχει καταγραφεί στη γλώσσα με τρόπο πολύ σαφή, όπως θα δούμε παρακάτω.


