Αφροδίτη (μυθιστόρημα σε συνέχειες)

«Έλα!»

Αυτό έλεγε μόνο. Εάν έπαιρνε βράδυ, με ήθελε το πρωί για καφέ. Από Βύρωνα να πας Κηφισιά είναι μεγάλη μανούρα. Λεωφορείο μέχρι τον Ευαγγελισμό, μετρό μέχρι Μοναστηράκι, άλλη μισή ώρα, και, μέχρι Κηφισιά κι ένα τεταρτάκι περπάτημα. Πας κι έρχεσαι και γυρίζεις πτώμα, λες κι έχεις χτυπήσει οχτάωρο οικοδομή, μπετά. Καταπονούνται μάτια, αφτιά, μύτη και πνεύμονες, καταπονείται ο εγκέφαλος κι όλο το νευρικό σύστημα, δεν μπορείς να πάρεις τα πόδια σου από την κούραση χωρίς να έχεις κάνει τίποτα! Τίποτα! Καλά λέγανε κάποτε, γέμισε η Κόλαση, τώρα στέλνουν και στην Αθήνα.  Εάν έπαιρνε πρωί, θα πήγαινα για τσίπουρο, μεσημεράκι. Δεν έπινε, μαζί μου μόνο κατέβαζε μερικά σφηνάκια –  μερικά! Μόλις άνοιγε για τα καλά ο νεροχύτης μας, σταματούσαμε μόνο όταν το τσίπουρο άρχιζε να τρέχει από τα αυτιά μας.  Ήξερε πόσο πολύ μ’ αρέσει να πίνω τσίπουρο με γυναίκα, πεθαίνω,  και ήθελε να με βλέπει χαρούμενο, χαιρόταν που χαιρόμουνα. Χαιρόταν που χαιρόμουνα, ναι, συμβαίνει κι αυτό καμιά φορά. Τέτοιο πλάσμα ήταν η Αφροδίτη. Για να το πω πιο απλά: η Αφροδίτη δεν ήταν σκατόψυχη. Ήξερε ότι κι εγώ χαίρομαι όταν χαίρεται ο άλλος κι αυτός ήταν ένας από τους λόγους, τους πολλούς, που ήμουν ο μοναδικός της φίλος, ο μόνος άνθρωπος που έμπαινε στο σπίτι της.  Κανένας άλλος, καμία άλλη. Εάν έπαιρνε μεσημέρι, πήγαινα βράδυ κι έφευγα πρωί, αφού όλη τη νύχτα μου ρούφαγε όλο το σπέρμα που είχε αποθηκεύσει το κορμί μου και όσο παραγόταν εκείνες τις ώρες. Και παράγει πολύ το άτιμο! Πάρα πολύ! Την πρώτη φορά, πριν πολλά χρόνια, όταν ήμουν νέος, είχε εκστασιαστεί. «Νεροπότηρο γεμίζεις!», είπε μόλις κατάπιε το περιεχόμενο και σχολίασε χαμογελώντας: «Θα πάθω δυσπεψία, είναι βαρύ».

Έλεγε «Έλα!» και το έκλεινε αμέσως. Κι έπρεπε να τη πάρω εγώ στο καπάκι για να της πω ότι δεν είμαι Αθήνα αλλά το κατάλαβαινε από το τηλεφώνημα, πέταγε ένα περιποιημένο «γαμιέσαι» και το έκλεινε. Και λέω περιποιημένο γιατί το έλεγε με τόση αγάπη! Θα μου πεις, όταν κατηγοράμε τον άλλον, αγάπη ζητάμε αλλά δεν το ξέρουμε, ούτε ο ένας ούτε η άλλη. Κι όσο πιο συχνά το κάνουμε, τόσο πιο πολλή αγάπη μας λείπει και ζητάμε. Δεν κατηγορώ αυτούς που κατηγορούν, τους ζητιάνους της αγάπης, τους κατανοώ.  Τι θέλει ο άνθρωπος, ρε Αφροδίτη; της έλεγα. Φαΐ, νερό κι αγάπη, αναγνώριση, να ακούσει μια καλή κουβέντα αλλά οι άνθρωποι, ρε Αφροδίτη, μια καλή κουβέντα δεν μπορούν να πουν. Θα γίνεις ανώτερός τους, άμα την πουν. Άμα σε προσβάλουν και σε ταπεινώσουν, θα γίνεις κατώτερός τους και τότε νιώθουν καλά. Ή ψάχνουν να βρουν κάποιον που να είναι σε χειρότερη κατάσταση από αυτούς. Με αυτόν θα κάνει παρέα.

Και τώρα, τώρα δεν θα ξανακούσω αυτό το «Έλα!» Είμαι όμως πολύ τυχερός γιατί τη μέρα που δολοφονήθηκε ήμουν στο Βερολίνο. Μόνο εγώ έμπαινα στο σπίτι της και, καταλαβαίνετε, εάν ήμουνα Αθήνα οι μπάτσοι θα με ξέσχιζαν, έως ότου βρισκόταν οι

Continue reading