για την ένοπλη βία (2) : όποιος ανακατεύεται με το Κράτος, τον τρώει το Κράτος

    φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

    Κάποτε, εάν είχα πάνω μου όπλο, θα σκότωνα άνθρωπο·  κάθε άνθρωπος, εάν υπάρξουν κάποιες συνθήκες και προϋποθέσεις – παιδί, γέρος, άνδρας, γυναίκα –  είναι δυνάμει φονιάς. Πριν σας αφηγηθώ τι συνέβη, θα ήθελα να σημειώσω ότι,  όταν ο πολεμιστής πολεμάει υπό το βάρος έντονων αρνητικών συναισθημάτων (οργή, λύπη, στενοχώρια, αγανάκτηση και άλλα πολλά),  αυτό που θα καταφέρει θα είναι να ενταθούν ακόμα περισσότερο τα ήδη υπάρχοντα αρνητικά συναισθήματα και να προσθέσει κι άλλα· με άλλα λόγια, κάτω από αυτές τις συνθήκες η ήττα είναι αναπόφευκτη. Θα ήθελα να σημειώσω ακόμα ότι  η ήττα στον όποιο πόλεμο παίρνει πολλές και διάφορες μορφές, ο θάνατος όμως είναι η απόλυτη ήττα· και μιας κι ο Θάνατος (με καφαλαίο) είναι αθάνατος, είναι ο μόνος Θεός, είναι ο μόνος Θεός του Κυρίου ημών.  Όποιος πεθαίνει στον πόλεμο, λατρεύει τον Θεό του Κυρίου, τον Θάνατο –  μερικοί το γνωρίζουν, οι περισσότεροι όμως όχι. Ο θάνατος όμως μπορεί να είναι η τελική κατάληξη όχι μόνο του πολέμου αλλά και της αυτοκαταστροφής –  το πως όμως,  και το γιατί μας σπρώχνει  ο Κύριος προς την αυτοκαταστροφή θα το εξετάσουμε σε ένα από τα προσεχή σημειώματα που αφιερώνουμε στην ένοπλη βία. 

   Πρέπει να ήταν το 1987· μάζευα ροδάκινα στη Σκύδρα Ημαθίας, στο Βέρτεκοπ, όπως την έλεγαν κάποτε, και μετά τη δουλειά πήγα να φάω και μετά το φαΐ πήρα τη BMW, μοντέλο 1952,  με καλάθι, όπου είχα τα υπάρχοντά μου (βιβλία, ρούχα, κουζινικά) και πήγα να παίξω μπιλιάρδο.  Ακολουθούσα  το ίδιο δρομολόγιο κάθε μέρα, εκείνη όμως τη μέρα λοξοδρόμησα και πέφτω σε ένα τύπο που έπλενε το αυτοκίνητό του στη μέση του δρόμου. Σβήνω τη μηχανή και περιμένω να κάνει στην άκρη. Ο τύπος όμως δεν χαμπάριαζε, λες και δεν υπήρχα. Του λέω να κάνει στην άκρη και μου λέει,  ‘βιάζεσαι, αγοράκι μου;’ Κι αρχίζω να του λέω ότι δεν έχει το δικαίωμα να κλείνει το δρόμο, ότι ο δρόμος ανήκει σε όλους και άλλα παρόμοια. Μου λέει,  η Αστυνομία είναι εδώ πιο κάτω! Ξέρετε τί έκανα;  Πήγα στο Τμήμα, τους εξήγησα τι συνέβη, ήρθε μαζί μου ένας αστυνομικός και του λέει χαμογελώντας, άντε, ρε Τάκη, τελείωνε να περάσει ο άνθρωπος! Κι απαντάει κι ο Τάκης χαμογελώντας, ‘ τελειώνω σε πέντε λεπτά’.  Κάθισα στη μηχανή και περίμενα. Μάταια. Άρχισα να βράζω μέσα μου. Αν είχα πάνω μου εκείνη τη στιγμή μια καραμπίνα,  θα του έκανα το κεφάλι νιανιά, θα του το μάζευαν με το κουταλάκι. Όπλο όμως δεν είχα, να παίξω ξύλο είδα ότι δεν με έπαιρνε κι εκεί που σκέφτομαι να δω τι θα κάνω, ρίχνω ένα βλέφαρο γύρω μου, να εξερευνήσω το περιβάλλον,  να βρω κάποια διέξοδο, και παρατηρώ ότι στα δεξιά μου είναι ένα ξενοδοχείο-μπουρδέλο. Τρεις πουτάνες κάθονται στα μαρμάρινα βρόμικα σκαλοπάτια και πίνουν φραπέ και χασκογελάνε. Τα είδα αμέσως  όλα. Ο νταβατζής συνέχισε να πλένει προκλητικά το αυτοκίνητο ψάχνοντας για θύμα, ψάχνοντας να πλακώσει κάποιον στο ξύλο.  Έκανα μερικές μανούβρες, γύρισα τη μηχανή προς την άλλη κατεύθυνση, έβαλα μπρος κι έφυγα. Αυτό το περιστατικό με απασχόλησε και με απασχολεί ακόμα. Πρώτη μου φορά  ένιωσα τόση μεγάλη επιθυμία να σκοτώσω άνθρωπο. Εκείνο που με απασχόλησε πιο πολύ ήταν η απύθμενη αφέλειά μου, η απερίγραπτη βλακεία μου, η ασυνείδητη ανωριμότητά μου. Λίγα λεπτά της ώρας σκέφτηκα ότι αυτό που έκανα τελικά ήταν αυτό που έπρεπε να κάνω από την αρχή, είτε είχα όπλο πάνω μου είτε όχι. Να είχα όπλο πάνω μου δεν υπήρχε περίπτωση – έπρεπε να κόψω κίνηση, να εκτιμήσω όσο πιο γρήγορα ήταν δυνατόν την κατάσταση, να γυρίσω και να εξαφανιστώ μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Έτσι, ούτε εγώ θα συγχυζόμουν, ούτε θα διασκέδαζα νταβατζή, μπάτσο και πουτάνες. Δεν είχα κατανοήσει ότι εάν πολεμούσα θα έχανα –  κι αν σκότωνα, άν νικούσα δηλαδή, τότε θα καταλάβαινα ότι κάθε νίκη με τη χρήση όπλων είναι αποτρόπαια ήττα. Ο μόνος τρόπος να νικήσω πραγματικά ήταν να μην πολεμήσω, να έφευγα –  κι αυτό έκανα αλλά πολύ αργά. Πότε όμως δεν είναι αργά, μιας και αργά σημαίνει ‘μαθαίνω’.

Continue reading →

σε ποιά από τις δύο κατηγορίες συγγραφέων ανήκει ο Πέτρος Τατσόπουλος;

    φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

    Ομολογώ, και δεν ντρέπομαι, ότι δεν έχω διαβάσει ούτε ένα βιβλίο του Πέτρου Τατσόπουλου, ούτε μία σελίδα. Έχω πάψει να διαβάζω νεοελληνική  πεζογραφία από τότε, πριν από πολλά πολλά χρόνια,  όταν κατέληξα στο συμπέρασμα ότι θα διαβάσω μόνο εάν κάποιο κείμενο με συγκινήσει όπως με συγκινούν δύο τρεία διηγήματα του Γεωργίου Βιζυηνού, τα οποία τα διαβάζω και βουρκώνω.  Από τότε, δε νομίζω ότι έχει γραφτεί κάτι εξ  ίσου συγκινητικό. Δοκίμια διαβάζω, οι νεοέλληνες δοκιμιογράφοι είναι πολύ καλύτεροι των πεζογράφων. Η ποίηση είναι άλλη ιστορία – με συγκινούν ο Κωνσταντίνος Καβάφης και ο Τίτος Πατρίκιος. 

    Προτιμώ να ξαναδιαβάζω βιβλία που με συγκίνησαν – με συγκινούν γιατί είναι φιλικά προς εμένα, ανακαλύπτω νέες πτυχές, είναι πηγή μάθησης και αναθεώρησης του τρόπου σκέψης μου. Διάβασα δύο φορές τον Δον Κιχότη του Μιγκέλ Θερβάντες, διαβάζω τώρα, μετά απόπολλά χρόνια, για δεύτερη φορά Νίτσε, θα αρχίσω την για τρίτη φορά ανάγνωση του Γαργαντούα και Πανταγκριέλ  του Φρανσουά Ραμπελέ, σκέφτομαι να ξαναδιαβάσω τον Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόις, ας μην συνεχίσω τον κατάλογο, είναι πολλά ακόμα.  Προτιμώ, με λίγα λόγια, το ξαναδιάβασμα από το διάβασμα.

     Θα έλεγα ότι προτιμώ το πάθος από την προς πάθεια. Εάν το πάθος είναι η ζωή, η προς πάθεια είναι ντεμέκ ζωή. Κάθε φορά που ακούω τη λέξη προσπάθεια, αναγουλιάζω, μα την Παναγία. Ένας παθιασμένος συγραφέας είναι ένας ζωώδης συγγραφέας, δεν προσπαθεί, πάσχει, θέλει να ζήσει, να χαρεί όλες τις απολαύσεις της ζωής, να ρουφήξει τη ζωή μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο, να πιει, να γλεντήσει, να ενισχύσει τη ζωή,  να δημιουργήσει, να γράψει και να να μας δείξει νέες πτυχές της προσωπικής και κοινωνικής ύπαρξης·  ένας παθιασμένος συγγραφέας είναι ένας ανυπάκουος συγγραφέας. Κάθε φορά που προφέρω τις λέξεις συγραφέας  και γράψιμο το μυαλό μου πάει στην ανυπακοή.

    Διακρίνω τους συγγραφείς της ανυπακοής από αυτούς της υπακοής.  

    Δεν μπορώ να διαβάσω υπάκουους συγγραφείς, δεν μπορώ. Δεν μπορώ, όχι δεν θέλω, δεν μπορώ να διαβάσω Καζαντζάκη, Σεφέρη, Ελύτη, δεν μου λένε τίποτα.  Η νεοελληνική λογοτεχνία, και η διεθνής, είναι μια υπάκουη

Continue reading →

15. διεκδίκηση της μπάλας, διεκδίκηση του φύλου

    Θα έχετε παρατηρήσει ότι οι περισσότερες  ελληνικές και λίγες ξένες ποδοσφαιρικές ομάδες φέρουν ως τίτλο άλλοτε ένα ανδρικό όνομα (θεού, ή ήρωα της ελληνικής μυθολογίας, π.χ., Άρης, Απόλλων, Ηρακλής, Εργοτέλης, Διαγόρας, Βύζας, Άγιαξ, κλπ ) κι άλλοτε κάποιο επίθετο που δηλώνει ένα ψυχικό (πολεμικού περιεχομένου, ασφαλώς) χάρισμα (των ηρώων αυτών): Ακράτητος, Ατρόμητος, Ατσαλένιος, Γιουβέντους (σημαίνει “νεότητα”), κλπ1. Το φαινόμενο αυτό μας αποκαλύπτει πως βλέπουν την ποδοσφαιρική ομάδα όχι μόνο οι ιδρυτές του συλλόγου και οι ποδοσφαιριστές αλλά και οι υποστηρικτές τους. Ακόμα κι αν  ο τίτλος του ποδοσφαιρικού συλλόγου είναι θηλυκού γένους, π.χ. Αθλητική Ένωση Λάρισας, Κωνσταντινουπόλεως (ΑΕΛ, ΑΕΚ, κλπ), η ποδοσφαιρική ομάδα εκλαμβάνεται ως ένας νέος,  γενναίος, ανίκητος άνδρας που έρχεται αντιμέτωπος με έναν άλλο άνδρα που διαθέτει τα ίδια σωματικά και ψυχικά χαρακτηριστικά. Όταν παίζουν ποδόσφαιρο δυο ομάδες, οι θεατές δεν βλέπουν μόνο δυο ποδοσφαιρικές ομάδες αλλά και δυο άνδρες που μονομαχούν, διεκδικούν τη κατοχή της μπάλας και προσπαθούν να την χώσουν ο ένας στη τρύπα του άλλου. Κάθε ποδοσφαιρική ομάδα είναι ένα σώμα με πολλά κεφάλια, πολλά χέρια, πολλά πόδια και μία (συλλογική) παραλληλόγραμμη κωλοτρυπίδα. Δυο ομάδες, δυο σώματα, δυο κωλοτρυπίδες.

    Γιατί όμως ένα πέος;   

Continue reading →

‘έχουμε να ξάσουμε πολύ μαλλί ακόμα’ : και θα σοβαρέψει και θα διασπαστεί η Χρυσή Αυγή

    φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

    Ανοίγει η καρδία μου κάθε φορά που ο Κύριος ή κάποιος από τους πιστούς και αφοσιωμένους υπηρέτες Του μεταχειρίζονται  ποιμενικής προέλευσης παροιμίες για να επικοινωνήσουν μεταξύ τους και με τους Υποτελείς τους. Προ αμνημονεύτων ετών, ακροδεξιός υπουργός της Νέας Δημοκρατίας είχε δηλώσει, για να σχολιάσει αποσκίρτηση βουλευτή,  ότι όποιο πρόβατο φεύγει από το μαντρί το τρώει ο λύκος· ο πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής είχε υποδείξει στους οχληρούς δημοσιογράφους να μην ξύνονται στη γκλίτσα του τσομπάνη·  ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, το φαιδρό και ύπουλο υποκείμενο με το όνομα Κάρολος Παπούλιας,  είχε δηλώσει μετά την πρώτη του εκλογή ότι,  εάν δεν εκλεγόταν,  θα επέστρεφε στα Γιάννινα με παπούτσια  πάνινα και θα γινόταν τσέλιγκας, μα την Παναγία τη Μπιρμπιλομάτα!  Εάν τις παραπάνω παροιμίες τις κατανοείτε, δεν είμαι βέβαιος ότι είναι κατανοητή και η παροιμία του τίτλου που εξεστόμισε προ ημερών ο δημοσιογράφος του SKY και της Καθημερινής Μπάμπης Παπαδημητρίου.

    Η παροιμία σημαίνει ότι έχουμε πολλή και κουραστική δουλειά  μπροστά μας, ότι έχουν να δουν πολλά τα μάτια μας. Το ξάσιμο του μαλλιού ήταν μια δουλειά που την έκαναν μόνο οι γυναίκες, αφού η επεξεργασία του μαλλιού ήταν αποκλειστική απασχόληση των γυναικών. Το μαλλί πλένεται, στεγνώνεται και μετά οι γυναἰκες το ξαίνουν. Αποσπούν μικρές ποσότητες από τον πυκνό όγκο του καθαρού μαλλιού για να αραιώσει η πυκνότητά του, αυτὀ είναι το ξάσιμο του μαλλιού, το τοποθετηθούν στη ρόκα, στην αλακάτη, και  το γνέθουν, το κάνουν νήμα. Μιας και οι ποσότητες του μαλλιού ήταν πολύ μεγάλες,  λόγω του μεγάλου αριθμού των προβάτων, το ξάσιμο διαρκούσε πολλές μέρες·  κι επειδή ήταν πολύ βασική εργασία, η φράση έχουμε να ξάσουμε πολύ μαλλί ακόμα αναφέρεται σε όλες τις εργασίες και τις δραστηριότητες και σημαίνει ότι έχουμε πολλή δουλειά μας μπροστά μας. Και, μεταφορικά, θα δουν πολλά τα μάτια μας ακόμα.

    Ο   Κύριος Υπηρέτης Τσανακογλείφτης Μπάμπης Παπαδημητρίου ξεστόμισε την παροιμία ως κατακλείδα του λόγου του και του συλλογισμού του: γιατί να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο του σχηματισμού μιας κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και μιας σοβαρής Χρυσής Αυγής; Αυτό το ενδεχόμενο δεν είναι πια κοινό μυστικό, είναι κοινός τόπος της πολιτικής τοπογραφίας. Είχα γράψει κάτι, πέρυσι τέτοια εποχή

https://www.badarts.gr/2012/10/%ce%ba%cf%85%ce%b2%ce%ad%cf%81%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%b7-%cf%83%cf%85%cf%81%ce%b9%ce%b6%ce%b1%cf%82-%ce%ae-%ce%bd%ce%ad%ce%b1%cf%82-%ce%b4%ce%b7%ce%bc%ce%bf%ce%ba%cf%81%ce%b1%cf%84%ce%af%ce%b1%cf%82/

Τώρα, μετά τη σκέψη και την παροιμία του Τσανακογλείφτη, θα πρέπει να το ξανακοιτάξουμε το ζήτημα. Διότι αυτά που είπε ο Τσανακό δηλώνουν τις συζητήσεις και τους σχεδιασμούς που γἰνονται στα άδυτα πολυτελή εστατόρια της Κυριαρχίας, τα  οποία δεν έχουν έξω επιγραφές, δε σου πάει το μυαλό ότι εκεί μέσα είναι ένα πολυτελές εστιατόριο, εκεί συναντιούνται επιχειρηματίες και το  υπηρετικό τους προσωπικό (δημοσιογράφοι, πολιτικοί, διανοούμενοι, κρατικά υψηλόβαθμα στελέχη και άλλοι) και τα λένε. Τί να εννοεί άραγε ο Τσανακὀ με την διαπίστωση ότι έχει να γίνει πολλή δουλειά ακόμα;  Μήπως αυτή η δουλειά έχει σχέση με τον χαρακτηρισμό ‘ σοβαρή Χρυσή Αυγή ‘ ; Η σημερινή Χρυσή Αυγή δεν είναι σοβαρή; Τι σημαίνει σοβαρή; Εάν δεν είναι σοβαρή, τί είναι, ασόβαρη;  Μπορεί να γίνει σοβαρή η Χρυσή Αυγή; Πώς;

Continue reading →

ή θα βελάζουμε [μπέεεε], αντί να χειροκροτούμε, ή θα απουσιάζουμε: ανθρωποφύλακας καἶ ανθρωποβοσκός ο Κύριος τσομπάν-τραγουδοποιός Σωκράτης Μάλαμας

   φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

    Δεν έχω πάει σε πολλές συναυλίες, πολύ λίγες θυμάμαι, τα τελευταία δε είκοσι χρόνια δεν έχω πάει ούτε σε μία. Του Ρόρι Γκάλαχερ όμως στην Αθήνα, τον Σεπτέμβριο του 1981, στο γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας, δεν πρόκειται να τη ξεχάσω. Η μεγάλη κόρη μου δεν περπατούσε ακόμα και μόλις αποκοιμήθηκε αργά το βράδυ, καβάλησα τη Χόρεξ που είχα και πήγα. Οι πύλες του γηπέδου ήταν ανοιχτές· ο Ρόρι και η μπάντα του έπαιζε, ο περισσότερος κόσμος, ροκάδες και φρικιά, ήταν στον αγωνιστικό χώρο, καθισμένοι σε παρέες, περπατούσαν, έπαιζαν, χόρευαν, μπαινόβγαιναν στο γήπεδο, έπιναν ό,τι μπορείτε να φανταστείτε,  ζούσαμε μέσα σε ένα ντουμάνι. 

  Πάντα κάτι με ενοχλούσε κάθε φορά που παρακολουθούσα  συναυλία καθισμένος για ώρες, ακίνητος και σιωπηλός. Με ενοχλούσε που ήμουν καθισμένος, ακίνητος και σιωπηλός. Να βλέπω κάποιον να τραγουδά κι εγώ, μαζί με χιλιάδες άλλουες, να μην τραγουδάω, να είμαι καθισμένος, ακίνητος και σιωπηλός είναι μια κατάσταση που μου προκαλεί μεγάλη δυσφορία. Το θεωρώ ξεπεσμό, κατάντια, κοινωνική και ψυχική εξαθλίωση. Ξέρετε τί μου αρέσει; Να είμαι με παρέα και να τραγουδάμε όλοιες μαζί. Τρελαίνομαι, μα τη Παναγία την Τσουτσουνοφιλούσα. Μου αρέσει να τραγουδάω, δεν θέλω να τραγουδάνε οι άλλοι για μένα. Αλλά δεν τραγουδάω γιατί δεν υπάρχει παρέα – κι άλλα πολλά δεν κάνω γιατί δεν υπάρχει παρέα. Η συναυλία, το πορνό, το γήπεδο, το Κοινοβούλιο, το μπαράκι (το λένε και μαντρί -τη  μπάρα, ποτίστρα)  είναι ενδείξεις ότι δεν τραγουδάμε πια, δεν γαμάμε, δεν παίζουμε, δεν αποφασίζουμε, δεν διασκεδάζουμε.

Continue reading →

αραβικός ρομαντισμός: καπιταλισμός και προκαπιταλιστικοί τρόποι παραγωγής στη Συρία (την Αίγυπτο, τη Λιβύη, την Τυνησία, το Ιράκ, την Ιορδανία, τη Σαουδική Αραβία, την Υεμένη . . .)

    φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

    Το 1860 η Γερμανία παρήγαγε λιγότερο ατσάλι από τη Γαλλία και πολύ λιγότερο από την Αγγλία· το 1910 παρήγαγε περισσότερο και από τις δύο! Ανάλογο παράδειγμα τόσο σύντομης,  απότομης και γενικευμένης επέκτασης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σε μια χώρα δεν υπάρχει στην νεώτερη ιστορία. Το 1772, τη χρονιά που γεννήθηκε ο Νοβάλις, αλλά και το 1818, όταν γεννήθηκε ο Μαρξ, και το 1844 όταν γεννήθηκε ο Νίτσε, η Γερμανία ήταν ένας κοινωνικός σχηματισμός στον οποίο επικρατούσε ο φεουδαρχικός τρόπος παραγωγής με τον καπιταλιστικό να έχει εδραιωθεί προ πολλού αλλά να είναι περιθωριακός και να ασφυκτιά μέσα στα πλαίσια του κυρίαρχου τρόπου παραγωγής, επεκτεινόμενος σταθερά αλλά πολύ αργά.  Όταν πέθανε ο Μαρξ, το 1883, η επέκταση του καπιταλισμού ήταν κατακλυσμιαία· το 1900, έτος θανάτου του Νίτσε, η Γερμανία ήταν ένας κοινωνικός σχηματισμός με κυρίαρχο τρόπο παραγωγής τον καπιταλιστικό, με ελάχιστα κατάλοιπα του φεουδαλισμού.

      Οι παρατηρήσεις αυτές μας παρακινούν να διατυπώσουμε κάποιες σκέψεις.

Continue reading →

προληπτική διπλή μαστεκτομή: η καπιταλιστική Κυριαρχία ως καρκίνωμα

     φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα

     Εδώ και πάνω από πενήντα χρόνια, αυξάνει διαρκώς ο αριθμός των ανθρώπων στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες που πεθαίνουν από καρκίνο. Η αυξητική αυτή τάση είναι το κριτήριο για να χαρακτηρίσουμε μια χώρα, μια κοινωνία, έναν κοινωνικό σχηματισμό ως αναπτυσσόμενη ή ανεπτυγμένη καπιταλιστική κοινωνία. Υπάρχουν πολλά άλλα κριτήρια: λόγου χάριν, όσα πιο πολλά νοσοκομεία και κρεβάτια διαθέτει μια κοινωνία,  όσα πιο πολλά φάρμακα καταναλώνει, όσο πιο πολλούς γιατρούς έχει, τόσο πιο πολιτισμένη κοινωνία είναι. Το Μπουτάν, στα βόρεια της Ινδίας, εκεί όπου απαγορεύεται η εγκατάσταση εργοστασίων, είναι μια τελείως καθυστερημένη χώρα, μιας και δεν έχει κανένα νοσοκομείο. Εάν σχηματίσετε την εντύπωση ότι προτείνω το κλείσιμο των εργοστασίων και των νοσοκομείων και είστε έτοιμοι και έτοιμες να με μέμψετε γι αυτό, να το κάνετε: αυτό ακριβώς υπαινίσσομαι: να κλείσουμε όλα τα εργοστάσια και τα νοσοκομεία. Όχι σήμερα, για όνομα της Ζωής!  (Θα δούμε παρακάτω τί εννοώ με τους όρους εργοστάσιο και νοσοκομείο) Λίγος ρεαλισμός δεν βλάπτει! Είμαστε ρεαλιστές, αναζητούμε το αδύνατο! Μιλώντας ρεαλιστικά για το αδύνατο, η επιδίωξή μας να κλείσουμε τα εργοστάσια και τα νοσοκομεία θα πρέπει να διακηρυχθεί με σαφήνεια, με αποφασιστικότητα, με τόλμη, με απλότητα, με προκλητικότητα, με κυνισμό: Ή θα κλείσουμε τα εργοστάσια και τα νοσοκομεία ή θα πεθαίνουμε όλοι και όλες από καρκίνο! Είμαι υπερβολικός; Κινδυνολογώ; Για να δούμε τι θα δούμε!  Continue reading →