υπήρξε, υπάρχει, θα υπάρξει κοινωνία που να μην είναι κομμουνιστική;
φίλες και φίλοι,
κομμουνισμός δεν είναι μόνο η κοινοχρησία και η κοινοκτησία των μέσων παραγωγής του κοινωνικού πλούτου, των πρώτων υλών, της ενέργειας. Δεν είναι μόνο η ανοιχτή έκθεση του συλλογικά παραγόμενου κοινωνικού πλούτου και η ελεύθερη πρόσβαση σε αυτόν. Δεν είναι η συνεχής μείωση του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας – που στις μέρες μας δεν ξεπερνάει τον ένα μήνα το χρόνο. Δεν είναι μόνο η ελεύθερη πρόσβαση και χρήση όλων ανεξαιρέτως των κοινωνικών χώρων.
Κομμουνισμός είναι κάθε μορφή συμβίωσης, συνεργασίας, αλληλεγγύης, δημιουργικής σύγκρουσης, ισότητας, ελευθερίας, κοινοχρησίας και κοινοκτησίας. Από τη στιγμή που η αναπαραγωγή της ζωής και της κοινωνίας είναι αδύνατη χωρίς τη συμβίωση, τη συνεργασία, την κοινοχρησία και την κοινοκτησία, είμαστε σε θέση να διατυπώσουμε την άποψη ότι δεν υπήρξε, δεν υπάρχει, δε θα υπάρξει κοινωνία που να μην είναι κομμουνιστική. (Εάν έχετε επιφυλάξεις για την χρήση του όρου ‘κοινωνία’, σας υπόσχομαι ότι θα επανέλθω επί του ζητήματος).
Ο κομμουνισμός είναι πανταχού παρών, είναι παντού τριγύρω μας μόνο που δεν μπορούμε να τον δούμε γιατί τον απωθούμε στο μέλλον με την μορφή άλλοτε του ιδανικού και του ιδεώδους, άλλοτε της μελλοντικής νομοτέλειας και αναγκαιότητας κι άλλοτε της φιλοσοφικής Ιδέας. Οι κοινοτικές βιβλιοθήκες, οι δρόμοι, τα πάρκα, οι πλατείες, τα τρένα , τα πλοία, τα δίκτυα, οι κοινωφελείς υπηρεσίες, η γλώσσα, η παράδοση, η παρέα, η οικογένεια, το σχολείο, το εστιατόριο, το μπαράκι, ο γάμος, η κηδεία, όλα αυτά είναι κομμουνισμός, δεν το βλέπετε, δεν το νιώθετε;
η γένεση του θεού και η επιστροφή στον Θεό
φίλες και φίλοι,
πολλά από τα σημαντικότερα επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα του δυτικού πολιτισμού και του καπιταλισμού ειδικότερα έχουν καταγραφεί στην Ιλιάδα άλλοτε ως σαφείς επιθυμίες του ήρωα, του αρχαϊκού Κυρίου, και άλλοτε ως ιδιότητες των θεών. Θα ήθελε πολύ ο ήρωας να μην γερνούσε, να μην πέθαινε, να ήταν άτρωτος, να ήταν αόρατος, να ήταν αήττητος, πιο ισχυρός από τη φύση, να ζούσε ψηλά στον ουρανό και να μετακινιόταν στον αέρα με ιπτάμενα άρματα, να είχε στην κατοχή του όπλα πιο ισχυρά, σαν τον κεραυνό και την καταιγίδα, να μπορούσε να δει και να ακούσει από μακριά, να μεταδώσει τις πληροφορίες και τα μηνύματα όσο πιο γρήγορα γίνεται.
Με τους πρώτους κανονιοβολισμούς, γύρω στα 1300 μ.Χ., μέχρι σήμερα σχεδόν όλες αυτές οι επιθυμίες του έχουν πραγματοποιηθεί. Κι όχι μόνο έχουν πραγματοποιηθεί άλλα έχουν ξεπεραστεί κατά πολύ! Τι είναι το ιπτάμενο άρμα του Δία και της Ήρας μπροστά στα σημερινά αόρατα και μη επανδρωμένα πολεμικά αεροσκάφη και τα Στέλθ; Τι είναι η Ίριδα μπροστά στη σημερινή ηλεκτρονική μετάδοση του μηνύματος και της πληροφορίας; Τι είναι ο κεραυνός μπροστά στα πυρηνικά και το σημερινό RMA (Revolution in Military Affairs);
Ο ήρωας, ο Κύριος, ο άρπαγας και καταστροφέας του συλλογικά παραγόμενου και τεράστιου κοινωνικού πλούτου, έγινε θεός. Αποκαλώ εποχή της γένεσης του θεού την εποχή της εκπλήρωσης των επιθυμιών του Κυρίου. Ζούμε στο τέλος αυτής της εποχής, που άρχισε, όπως είπαμε, από το 1300, με τους πρώτους κανονιοβολισμούς. Εκπληρώνονται και θα εκπληρωθούν,στο άμεσο και απώτερο μέλλον, κάποιες δευτερεύουσας σημασίας επιθυμίες αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι ο Κύριος αντιλαμβάνεται, και το παίρνει απόφαση, ότι υπάρχουν δυο επιθυμίες, εκφρασμένες εδώ και χιλιετίες, που δεν θα μπορέσει να τις εκπληρώσει. Δεν θα μπορέσει να γίνει ποτέ αθάνατος και δεν θα μπορέσει ποτέ να απεξαρτηθεί από τους (υποτελείς) Παραγωγούς του κοινωνικού πλούτου.
‘αγορά’ σήμαινε ‘κοπάδι (μέσα σε μαντρί)’
φίλες και φίλοι
Η αρχαιότερη μαρτυρία της λέξης αγορά βρίσκεται στα κρατικά αρχεία (από πηλό) της μυκηναϊκής Πύλου, που συντάχθηκαν στο δεύτερο μισό του 13ου π.Χ αιώνα (1250-1200 ) και διέσωσε, ψήνοντάς τα, η φωτιά που έκαψε το ανάκτορο. Tόσο τα κρατικά αρχεία της μυκηναϊκής Πύλου όσο και η ετυμολογία δεν μας αφήνουν περιθώρια να εκφράσουμε επιφυλάξεις ως προς την ποιμενική προέλευση και το ποιμενικό περιεχόμενο του όρου. Η πρώτη σημασία της λέξης ήταν “συγκεντρωμένο πλήθος ζώων” ή “κοπάδι που οδηγείται (στη βοσκή ή στο μαντρί)”. Θα ξαναδιαβάσουμε τη λέξη στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Μετά από πέντε αιώνες συνεχούς χρήσης είναι βέβαιο ότι δεν έχει απομείνει ίχνος από την ποιμενική σημασία της μυκηναϊκής λέξης. Τώρα η λέξη δηλώνει τη συγκέντρωση του λαού, τον τόπο αυτής της συγκέντρωσης αλλά και το λόγο που εκφωνείται εκεί. (Αγορητής, στην Ιλιάδα είναι ο ρήτορας, ενώ αγορητύς [η], στην Οδύσσεια, η ευγλωττία). Αργότερα απόκτησε και τη σημασία του τόπου της διεξαγωγής της αγοράς (ωνή) και πώλησης (πρασις) εμπορευμάτων, ακόμα και την ίδια την πράξη της αγοραπωλησίας. Πως όμως από την ποιμενική σημασία του όρου φτάσαμε σε αυτήν που δηλώνει τον τόπο και τη πράξη της αγοραπωλησίας εμπορευμάτων;
Για να φτάσουμε στην εξήγηση αυτής της τελευταίας σημασίας, που επιβιώνει μέχρι και στις μέρες μας, θα πρέπει να πιάσουμε την όλη σημασιολογική εξέλιξη της λέξης από την αρχή. Και η αρχή είναι η εποχή της σύνθεσης της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, η ύστερη γεωμετρική (850-750 π.Χ.) και αρχαϊκή εποχή (750-500). Η πρώτη σημασία είναι αυτή της συγκέντρωσης, της συνάθροισης του ανδρών (δηλαδή, των πολεμιστών, μιας κι αυτό σημαίνει η λέξη ανήρ) από την πολεμική αριστοκρατία. Εύλογα λοιπόν θα διατυπωθεί το ερώτημα: γιατί χρησιμοποιήθηκε ένας ποιμενικός όρος που δηλώνει το κοπάδι για να δηλωθεί η συνέλευση των ανδρών που συγκαλεί η πολεμική αριστοκρατία;
Η Ιλιάδα και η γλώσσα μας δίνουν την απάντηση: στην Ιλιαδα οι ηγέτες καλούνται ποιμένες λαών – κι αυτό σημαίνει ότι οι λαοί, οι άνδρες δηλαδή, εκλαμβάνονται ως εκτρεφόμενα ζώα. Με τον καιρό, η λέξη άρχισε να δηλώνει και το τόπο της συνέλευσης των ανδρών. Εκεί, στην αγορά, στο τόπο της συνέλευσης των ανδρών, άρχισε και η αγοραπωλησία ενός εμπορεύματος, του πρώτου λογικά και χρονικά εμπορεύματος, που χωρίς αυτό ο δουλοκτητικός τρόπος παραγωγής δεν θα μπορούσε όχι μόνο να λειτουργήσει αλλά ούτε καν να υπάρξει. Το εμπόρευμα αυτό ήταν ένα θύμα απαγωγής, ένας αιχμάλωτος παραγωγός του κοινωνικού πλούτου, που οι Ρωμαίοι ονόμασαν instrumentum vocale, ομιλούν εργαλείο, και οι Έλληνες, ανδράποδα, που πλάστηκε με πρότυπο τη (μυκηναϊκής καταγωγής) λέξη τετράποδα.
‘εργάτης’ σήμαινε ‘βόδι που οργώνει’
Έχετε αναρωτηθεί ποτέ πότε πλάστηκε και ποια ήταν η αρχική σημασία της λέξης εργάτης; Επιβιώνουν άραγε ίχνη αυτής της αρχικής σημασίας στη σημερινή χρήση της υπό εξέταση λέξης; Φίλες αναγνώστριες, φίλοι αναγνώστες, αντικείμενο του σημερινού μας σημειώματος θα είναι οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα. Θα μελετήσουμε τις αρχαιότερες μαρτυρίες της λέξης εργάτης και θα δούμε ότι δήλωνε το βόδι που οργώνει.
ποιος είναι πιο ισχυρός; ο Κύριος ή ο (υποτελής) Παραγωγός;
Εάν στρέψουμε το βλέμμα μας στο παρελθόν, θα παρατηρήσουμε ότι μεταξύ του Κυρίου (καπιταλιστή, φεουδάρχη, δουλοκτήτη) και του υποτελούς Παραγωγού (εργάτη, δουλοπάροικου, δούλου) του κοινωνικού πλούτου διεξαγόταν ένας πόλεμος, στον οποίο νικούσε σχεδόν πάντα ο Κύριος. Εάν ρίξουμε μια ματιά σήμερα τριγύρω μας, θα δούμε ότι η κατάσταση δεν έχει αλλάξει: ο πόλεμος συνεχίζεται και νικητής αναδεικνύεται ο Κύριος. Οι διαπιστώσεις αυτές μας ωθούν να σχηματίσουμε την εντύπωση ότι ο Κύριος δεν ανησυχεί πια: νικούσε, νικάει και θα συνεχίσει να νικάει. Τίθεται όμως το ερώτημα: ανησυχεί ο Κύριος για το μέλλον ή όχι; Στο ερώτημα αυτό υπάρχει μια αναμφισβήτητη απάντηση: ναι, ο Κύριος ανησυχεί για το μέλλον. Μας το επιβεβαιώνει περίτρανα η βασική επιδίωξη του: ο έλεγχος, η κατάκτηση, η αποίκιση του μέλλοντος. Η επιδίωξη αυτή είναι ένα μέσον, ένα μέσον εξοβελισμού του απρόοπτου, του απρόσμενου, του αναπάντεχου, του απροσδόκητου που εγκυμονεί το μέλλον. Για τον εξοβελισμό του αναπάντεχου από το παρόν χρησιμοποιείται η τάξη, η πειθαρχία: εάν το κάθε πράγμα (συμπεριλαμβανομένου και του υποτελούς Παραγωγού) είναι στη θέση του, εάν ξέρουμε τι θα κάνει και πως θα κινηθεί (σύμφωνα με τις διαταγές μας), τότε το απρόσμενο έχει ξεριζωθεί και δεν υπάρχει λόγος να ανησυχούμε. Εάν ο Πλάτων λατρεύει το επάγγελμα (η “Πολιτεία” του είναι ένας ύμνος σε αυτό), είναι για αυτόν ακριβώς το λόγο: το επάγγελμα ορίζει μια θέση, ακινητοποιεί, καταργεί την ποικιλία. Η τάξη και η πειθαρχία από τη μια, η κατάκτηση και ο έλεγχος του μέλλοντος από την άλλη, είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Ο Κύριος λοιπόν ανησυχεί, τόσο για το παρόν όσο και για το μέλλον. Εγείρεται λοιπόν το ερώτημα: γιατί ανησυχεί αφού νικούσε και νικάει; Μήπως ανησυχεί επειδή δεν μπορεί αν εξαλείψει το ενδεχόμενο της (ή μιας) ήττας από τον υποτελή Παραγωγό; Στο ερώτημα αυτό δεν μπορούμε παρά να απαντήσουμε καταφατικά: για ποιον άλλο λόγο να ανησυχεί; Εάν όμως ανησυχεί μήπως μια μέρα ηττηθεί, τότε ποιος είναι πιο ισχυρός; Ο Κύριος ή ο Υποτελής Παραγωγός; Εάν είναι ο πρώτος, γιατί να ανησυχεί; Εάν είναι ο δεύτερος, γιατί ηττάται συνεχώς; Εάν λάβουμε υπόψη μας ότι ο υποτελής είναι ο Παραγωγός του κοινωνικού πλούτου και ο Κύριος ο άρπαγας και ο καταστροφέας αυτού του πλούτου, συνάγεται ότι ο Κύριος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τον Παραγωγό, ότι, όπως έλεγε και ο Χέγκελ, είναι δούλος του δούλου του. Ο Κύριος εξαρτάται από τον υποτελή Παραγωγό: ήταν, είναι και θα είναι ένας ενδεής και, όσο πιο πολλά αρπάζει, τόσο πιο ενδεής γίνεται.
μικροκομμουνισμός και μεγακομμουνισμός: σχετικά με την έννοια της κομμουνιστικότητας
φίλες και φίλοι,
στο σημερινό μας σημείωμα θα καταπιαστούμε με την έννοια της κομμουνιστικότητας. Η κομμουνιστικότητα αναφέρεται σε μια κομμουνιστική πρακτική ή αντίληψη, αξία, συμπεριφορά ή γνώση, σε έναν κομμουνιστικό θεσμό που υπάρχει σε μια δοσμένη κοινωνία – και δεν υπήρξε, δεν υπάρχει, δεν θα υπάρξει κοινωνία χωρίς κομμουνιστικότητες. Εάν ρίξουμε μια ματιά τριγύρω μας θα διαπιστώσουμε ότι οι κομμουνιστικότητες είναι πολλές: μια δανειστική, δημόσια βιβλιοθήκη, ένα πάρκο, μια πλατεία, ένα ασανσέρ, οι δημόσιες τουαλέτες, ο δρόμος, το δάσος, το δημόσιο τηλέφωνο, το αποχετευτικό, οδικό, σιδηροδρομικό, κλπ, δίκτυο, το σχολείο, η παρέα, το πάρτι, η γιορτή, η γειτονιά, το καφενείο, το παζάρι, όλα αυτά και άλλα πολλά είναι κομμουνιστικότητες. Κομμουνιστικότητα είναι κάθε μορφή συμβίωσης, συνεργασίας, αλληλεγγύης, δημιουργικής σύγκρουσης, κοινοχρησίας και κοινοκτησίας που υπάρχει σε κάθε κοινωνία.
για τον ποιμενικό τρόπο παραγωγής
Από το 4.000 π.Χ. μέχρι τις εισβολές των μογγολικών ορδών του Ταμερλάνου, στα μέσα του 14ου μ.Χ. αιώνα, για πάνω από 5.500 χρόνια, πολεμοχαρείς και αδίστακτοι ποιμενικοί λαοί εγκατέλειπαν τα βοσκοτόπια τους στις στέπες και τις ερήμους και εισέβαλαν στις περιοχές των αγροτικών κοινοτήτων, σπέρνοντας τον θάνατο, την καταστροφή και τον τρόμο. Όταν δεν επέστρεφαν στα πατρικά βοσκοτόπια, έμεναν ως κατακτητές, εξόντωναν τους γηγενείς, εξαφάνιζαν τη γλώσσα τους, υιοθετούσαν πολλά πολιτισμικά επιτεύγματα, εγκατέλειπαν την εκτροφή των ζώων και στρέφονταν στην καλλιέργεια της γης. Αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν πολλές ποιμενικές αντιλήψεις και αξίες, διατηρούσαν όμως τον πυρήνα του ποιμενικού τρόπου ζωής και σκέψης: αρπαγή του κοινωνικού πλούτου που παρήγαγαν οι υποτελείς Παραγωγοί, επιτήρησή τους, άγρια καταστολή σε περίπτωση εξέγερσης. Ο δυτικός (ελληνορωμαϊκός) δουλοκτητικός τρόπος παραγωγής ήταν έργο αυτών των εγκατεστημένων ποιμένων, Ελλήνων και Λατίνων. Ο φεουδαρχικός τρόπος παραγωγής – αρπαγής προέκυψε από την συγχώνευση στοιχείων του παρακμάζοντος δουλοκτητικού τρόπου παραγωγής και του γερμανικού ποιμενικού τρόπου παραγωγής που ήταν και αυτός σε μετεξέλιξη, μιας και οι γερμανοί ποιμένες στρέφονταν προς την καλλιέργεια της γης. Είναι σαφές ότι πολλά ποιμενικά στοιχεία επιβιώνουν τόσο στον δουλοκτητικό όσο και στον φεουδαρχικό τρόπο παραγωγής.Οι διαπιστώσεις αυτές μας ωθούν να διατυπώσουμε το εξής ερώτημα: επιβιώνουν άραγε ποιμενικά στοιχεία στις σημερινές καπιταλιστικές κοινωνίες, μιας και ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής συγκροτήθηκε μέσα στις κοινωνίες που κυριαρχούσε ο φεουδαρχικός τρόπος παραγωγής; Ποια είναι αυτά;
Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, πρέπει πρώτα να απαντήσουμε σε κάποια άλλα, που προηγούνται χρονικά και λογικά και αφορούν τον ποιμενικό τρόπο παραγωγής: Γιατί οι ποιμένες εγκατέλειπαν τα βοσκοτόπια; Γιατί ήταν, σε σύγκριση με τις αγροτικές κοινότητες, καθυστερημένοι πολιτισμικά; Γιατί ήταν πολεμοχαρείς και άγριοι; Γιατί κάποιοι λαοί επέστρεφαν στα πατρικά βοσκοτόπια και κάποιοι άλλοι όχι; Για να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, θα πρέπει να μελετήσουμε τον ποιμενικό τρόπο παραγωγής, τον οποίο οι μαρξιστές αγνοούν επιδεικτικά παρόλο που ο ρόλος του στη διαμόρφωση του δυτικού πολιτισμού και του καπιταλισμού ήταν καθοριστικής σημασίας.
Η προκείμενη μελέτη του ποιμενικού τρόπου παραγωγής είναι η εισαγωγή στη μελέτη του ποιμενικού τρόπου σκέψης, που συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση τόσο του δυτικού πολιτισμού όσο και του καπιταλισμού. Είναι το πρώτο κεφάλαιο ενός βιβλίου με τίτλο Ο ΠΟΙΜΕΝΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΣΚΕΨΗΣ, το οποίο θα εκδοθεί στο μέλλον, κανείς δεν ξέρει πότε. Στην κατηγορία ΑΝΘΡΩΠΟΒΟΣΚΗΤΙΚΗ, όπως και σε κάποιες άλλες, θα μπορέσετε να βρείτε κείμενα σχετικά με τον ποιμενικό τρόπο σκέψης. Να μερικές ποιμενικές επιβιώσεις: Η έννοια του ορθού λόγου είναι προϊόν του ποιμενικού τρόπου σκέψης: η μεταφορά ορθός λόγος παραπέμπει στον λόγο του όρθιου άνδρα. Ποιος είναι ο όρθιος άνδρας; Ο ήρωας, ο ποιμένας πολεμιστής που έγινε δουλοκτήτης γαιοκτήμονας, Όλη η δυτική φιλοσοφία είναι εμποτισμένη από τον ποιμενικό τρόπο σκέψης. Το ποδόσφαιρο, με την εξύμνηση της λατρείας της διείσδυσης, η οποία είναι ποιμενικής προέλευσης, αναπαράγει, διαιωνίζει και ενισχύει τη δυτική πατριαρχία. Και άλλες πολλές, πολλές επιβιώσεις. . . Γι αυτές τις επιβιώσεις,ο Μαρξ έγραψε στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου (το οποίο, ως όρος, είναι κι αυτό ποιμενικής προέλευσης – δηλώνει τον αριθμό των κεφαλιών των ζώων εκτροφής): ‘Πλάι στα σύγχρονα δεινά μας πιέζει μια ολόκληρη σειρά από κληρονομημένα δεινά, που πηγάζουν από το γεγονός ότι εξακολουθούν να φυτοζωούν απαρχαιωμένοι, ξεπερασμένοι τρόποι παραγωγής με την ακολουθία τους από αναχρονιστικές κοινωνικές σχέσεις. Δεν υποφέρουμε μονάχα από τους ζωντανούς, μα κι από τους πεθαμένους.Le mort saisit le vif! [Ο πεθαμένος αδράχνει τον ζωντανό]
