ένας μαλάκας Έλληνας κι ένας μαλάκας Αλβανός

Αρχές Σεπτέμβρη 2001 χτίζω κάπου στην επαρχία μια αποθήκη. Βοηθός μου νεαρός Αλβανός, γύρω στα 25, με δυο μικρά παιδιά. Τη τρίτη μέρα με λέει, μάστορα, δουλεύουμε τρεις μέρες και δεν με έχεις βρίσει ακόμα. Τον λέω, δεν θα με λες μάστορα, θα με λες μαλάκα Έλληνα, κι εγώ θα σε λέω μαλάκα Αλβανό, δέχεσαι; Εντάξει, με λέει. Γιατί να σε βρίσω, ρε μαλάκα Αλβανέ; Και τούβλα με φέρνεις, και λάσπη με φέρνεις, ποτέ δεν έχω ξεμείνει, δουλεύεις, δεν παίζεις. Ρε μαλάκα Έλληνα, με λέει, είσαι πολύ ωραίος.
Μετά από λίγες μέρες, είμαι στη στέγη. Με λέει, θα μπω στο διπλανό χτήμα να κόψω σταφύλια για τα παιδιά, κοίτα μην έρχεται κανένας.
Μετά από δυο μέρες, τον βλέπω πολύ στεναχωρημένο. Τι έχεις, ρε μαλάκα Αλβανέ; τον ρωτάω. Με λέει, έχασα δύο εκατομμύρια στο χρηματιστήριο. Καλά να πάθεις, τον λέω. Ρε μαλάκα Αλβανέ, αγοράζω φτηνά τις μετοχές και τις πουλάω ακριβά και κερδίζω. Εσύ τώρα σε ποιον θα τις πουλήσεις αυτές που αγόρασες, στ΄ αρχίδια μου τα φτωχά τα παραπεταμένα;
Την τελευταία μέρα μ΄ αγκάλιασε, βούρκωσε. Θα με θυμάται σε όλη του τη ζωή. Κι εγώ.
Γυρίζω σπίτι, ανοίγω τηλεόραση, χωρίς φωνή μην ενοχλήσω, και το κανάλι δείχνει μια αμερικάνικη χαζοταινία καταστροφής – ένα αεροπλάνο πέφτει πάνω σε ένα ουρανοξύστη, ένα άλλο σε έναν άλλον, και οι δύο μετά από λίγο γίνονται ερείπια και σκόνη. Αλλάζω κανάλι, η ίδια ταινία. Όλα τα κανάλια, την ίδια ταινία.
Ήταν 11 Σεπτεμβρίου 2001.

2019-2029: η δεκαετία της πολιτικής ρευστότητας

Νομίζω πως τώρα, μετά τα αποτελέσματα των πρόσφατων ευρωεκλογών, μπορούμε να σκιαγραφήσουμε τις στρατηγικές επιδιώξεις των κομμάτων, το βάσιμο η μη της πραγματοποίησής τους, άρα το μέλλον τους – σε βάθος δεκαετίας. Δεκαετίας έντονης ρευστής κατάστασης, μεταβατικής εποχής

1. Η βασική επιδίωξη της ΝΔ είναι να παραμείνει όσο γίνεται περισσότερο κυβέρνηση, γιατί όχι για τα επόμενα δέκα χρόνια. Δεν θα μπορέσει. Είναι υποχρεωμένη να συνεχίσει το έργο του ΣΥΡΙΖΑ, τη σταθεροποίηση και τη μονιμότητα των επιτυχιών της μεγαλειώδους νίκης της ανηλεούς επίθεσης της άρχουσας τάξης (5% του πληθυσμού) κατά των μικρομεσαίων (30%) και των μισθωτών της εκτέλεσης (65%) κατά την πενταετία 2009-2014 (εξαφάνιση μεγάλου μέρους μικρομεσαίων μέσω φορολόγησης και λιτότητας, περικοπές μισθών και συντάξεων, αύξηση χρόνου εργασίας). Θα διατηρήσει το υπάρχον κοινωνικό κράτος αλλά θα προσανατολιστεί προς την ενθάρρυνση της αύξησης των κερδών των μεγάλων επιχειρήσεων και τη δημιουργία θέσεων εργασίας, με επενδύσεις. Η κατάσταση των μικρομεσαίων, που στράφηκαν προς αυτήν δεν θα αλλάξει, θα χειροτερεύσει μάλιστα ενώ οι επενδύσεις θα είναι αναιμικές, λίαν επιεικώς, άρα δεν θα δημιουργηθούν θέσεις εργασίας. Ο σημερινός ενθουσιασμός θα εξανεμιστεί και οι μικρομεσαίοι είτε θα γυρίσουν την πλάτη στην πολιτική (αποχή) είτε θα βρουν καταφύγιο σε ακροδεξιά κόμματα και κομματίδια.

2. Η βασική επιδίωξη του ΣΥΡΙΖΑ είναι να επιστρέψει το συντομότερο δυνατό στην εξουσία, στη διαχείριση του Κράτους. Δεν θα μπορέσει. Δεν μπορεί, από τη φύση του (μικροαστοί, μικρομεσαίοι), να ξεπεράσει την βασική του αντίφαση: είναι κόμμα της άρχουσας τάξης, μια χαρά τα κατάφερε τέσσερα χρόνια τώρα, αλλά εμφανίζεται και ως κόμμα των πολλών, των μισθωτών εργατών και υπαλλήλων, ή και εκπροσωπεί τα συμφέροντά τους. Και μέριμνα να αυξηθούν τα κέρδη (εξαφάνιση μικρομεσαίων, μείωση μισθών, αύξηση χρόνου εργασίας ) και κοινωνική δικαιοσύνη (στήριξη μικρομεσαίων, αύξηση μισθού, συντάξεων, επιδομάτων, μείωση χρόνου εργασίας). Δύο καρπούζια στην ίδια μασχάλη δεν γίνεται! Οι μικρομεσαίοι δεν πρόκειται να επιστρέψουν στον ΣΥΡΙΖΑ και ο λαός δεν πρόκειται να ξαναπιστέψει τις υποσχέσεις που αναγκαστικά είναι υποχρεωμένος να κάνει. Εξαπατήθηκε μια φορά, δεύτερη δεν έχει. Τον προτιμούν όμως από τη ΝΔ και το ΚΙΝΑΛ και θα επιβιώσει κουτσά στραβά. Να εμπνευστεί όμως από το μέλλον, από την πολιτισμική, πνευματική και κοινωνική επανάσταση της εποχής μας, δεν μπορεί και δεν θέλει, μιας και το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι το τομάρι τους. 70-100 βολευτικές έδρες, μια χαρά είναι! Όσο περισσότεροι βολευτούν τόσο το καλύτερο. Εμείς στενοχωριόμαστε, αυτοί το γλεντούν, σαν τους οπαδούς της ομάδας που χάνει και τους ποδοσφαιριστές που παίρνουν εκ. ευρά κάθε χρόνο!

 

Continue reading

το δράμα των μικρομεσαίων

Το αριστουργηματικό ανάγνωσμα Χίλιες και μία νύχτες (1000 μ. Χ.) επιβεβαιώνουν με τον καλύτερο τρόπο τις ιστορικές πηγές: την εποχή εκείνη, ήδη από το 700 μ. Χ., στις μουσουλμανικές πόλεις υπήρχαν αγορές (παζάρια) και πολλά μικρομάγαζα, βιοτεχνικά και εμπορικά. Το ίδιο συνέβαινε και στις πόλεις του χριστιανικού Βυζαντίου. Στη Δύση οι αγορές και τα μικρομάγαζα, πρώτα των τεχνιτών και μετά των εμπόρων, που μέχρι τότε ήταν πλανόδιοι, φτωχοί, ρακένδυτοι και άθλιοι, στις κωμοπόλεις, που μετεξελίχθηκαν σε πόλεις, εμφανίζονται τον 11ο αιώνα. Με το πέρασμα του χρόνου πολλοί από αυτούς έγιναν μεγαλέμποροι και αργότερα χρηματιστές και τραπεζίτες. Η πλειονότητα όμως ήταν τα μικρομάγαζα.
Ο βιομηχανικός καπιταλισμός και αργότερα ο χρηματιστικός τα εξαφάνισε. Δεν ήταν διαδικασία μικρής διάρκειας αλλά αιώνων. Στη Νέα Υόρκη παρατήρησα ότι δεν υπάρχουν μικρομάγαζα, μόνο ελάχιστοι μικροπωλητές στους δρόμους (φρούτα, χοτ ντογκ, καφέ). Εδώ κι εκεί μπορείς να δεις καμιά κάβα, κάνα παλαιοβιβλιοπωλείο, σχεδόν τίποτα άλλο. Το ίδιο συμβαίνει σε όλες τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες – αυτό θα πει, μεταξύ των άλλων, ανάπτυξη και πρόοδος! Εκεί τα μικρομάγαζα, οι μικροεπιχειρήσεις και οι μικρομεσαίοι έχουν συρρικνωθεί στο ελάχιστο και υπάρχουν μόνο στον τομέα των Υπηρεσιών (στελέχη επιχειρήσεων και τραπεζών, ανώτεροι κρατικοί/δημόσιοι υπάλληλοι)
 
Με κριτήριο την ύπαρξη και τον αριθμό των μικρομάγαζων, μικρών επιχειρήσεων και βιοτεχνιών η ελληνική κοινωνία είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αρχαϊσμού. Μία από τις βασικές επιδιώξεις του νεοφιλελευθερισμού είναι η εξαφάνισή τους: η εξαφάνισή τους σημαίνει αύξηση κερδών για τους μεγάλους, η ύπαρξή τους απώλεια κερδών. Δεν είναι εύκολη υπόθεση, απαιτείται χρόνος. Το πρώτο βήμα όμως έγινε (2009-2014) και ήταν αποφασιστικό, στρατηγικής σημασίας, χτύπημα. Θα υπάρξει μια περίοδος λίγων ετών σταθεροποίησης και μετά από λίγα χρόνια θα επέλθει ένα δεύτερο, εξ ίσου αποφασιστικό και ανηλεές, σφυροκόπημα. Δεν νομίζω ότι θα το κάνει η επόμενη κυβέρνηση, όποια και να είναι. Μπορεί να κάνω και λάθος. Θα δούμε.

ο Μαρξ και το εμπόρευμα (merx)

Ο φίλος Καρλ Μαρξ ήταν παιδί της πόλης.Γεννήθηκε σε πόλη, έζησε σε πόλεις (Βρυξέλλες, Παρίσι) και πέθανε στο κέντρο του κόσμου (Λονδίνο). Όπως όλα τα παιδιά της πόλης δεν μπορούν να ζήσουν μακριά από αυτήν, έτσι και ο Μαρξ δεν μπορούσε να ζήσει παρά μόνο σε πόλη. Απεχθανόταν τα χωριά, δεν έσκαψε ποτέ, δεν έφαγε κεράσια από δέντρο, δεν φρόντισε γλάστρα ποτέ του. Απεχθανόταν, σαν παιδί της πόλης, το χώμα.

Λάτρευε το εμπόρευμα – τα εμπορεύματα του εξασφάλιζαν τη ζωή, αυτά του χάριζαν και τις απολαύσεις. Δεν ήταν πλούσιος, άρα του έλειπαν πολλά, θα ήθελε περισσότερα – πάλι καλά που ο φίλος του, ο Ένγκελς, γιος βιομηχάνου, του έστελνε χρήματα για να τα κάνει εμπορεύματα. Ήταν αδιανόητο να ζήσει μακριά από πόλη και χωρίς εμπορεύματα.

Γιατί ασχολήθηκε ο Μαρξ με το εμπόρευμα; Δύο εικασίες σκέφτομαι. Η πρώτη: Στα λατινικά το εμπόρευμα είναι merx, γενική mercis. Η αγορά, όπου υπάρχουν τα εμπορεύματα, στα γερμανικά είναι Μarkt και το νόμισμα, Mark (και το μεδούλι των οστών!). Πιθανότατα, υποσυνείδητα συνέδεσε τις παραπάνω λέξεις με το όνομα του. Η δεύτερη: ενώ λάτρευε το εμπόρευμα, δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτά, του έλειπαν κι αυτή η έλλειψη ήταν πηγή έντονης δυσφορίας.

Είδε όμως το εμπόρευμα από την οπτική γωνία της πόλης, της κατανάλωσης, όχι από την οπτική γωνία της υπαίθρου, όχι από την οπτική της κοινωνικής αποθήκευσης. Ως κάτοικος της πόλης ο Μαρξ δεν έζησε τη σύγκρουση, τον σφοδρό κοινωνικό πόλεμο μεταξύ κοινωνικής αποθήκευσης (δώρου, γενναιοδωρίας, αμοιβαιότητας, ανταλλαγής σε είδος) και του εμπορεύματος. Το Κεφάλαιό του βλέπει το εμπόρευμα από την οπτική της πόλης, της κατανάλωσης, της ανταλλακτικής αξίας, της μισθωτής εργασίας, του χρήματος, του καπιταλισμού. Είναι ελλιπές. Ένα δεύτερο Κεφάλαιο θα δει το εμπόρευμα από την οπτική γωνία της κοινωνικής αποθήκευσης, του κοινωνικού πολέμου μεταξύ κοινωνικής αποθήκευσης και εμπορεύματος,

κοινωνική αποθήκευση

Σπίτι σε χωριό έχει στην αυλή δυο κερασιές, σε πλήρη ανάπτυξη. Πολλά κεράσια! Πόσα να φας; Θα κάνεις και καμιά τάρτα. Τα άλλα θα τα κάνεις γλυκό, λικέρ, μαρμελάδα, συμπυκνωμένο χυμό. Αυτή είναι η οικιακή, ατομική αποθήκευση. Δεν είναι όμως μόνο τα κεράσια, υπάρχουν κι άλλα φρούτα. Πόσες μαρμελάδες να κάνεις, πόσα γλυκά, πόσα λικέρ, πόσους χυμούς; Τι να τα κάνεις όλα αυτά;

Υπάρχει όμως και η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗ – αποθηκεύεις τα κεράσια με άλλον τρόπο, με έναν εξαίσιο τρόπο. Θα φας κεράσια, θα κάνεις κάνα γλυκό, κάνα λικέρ και τα άλλα θα τα δώσεις στη γειτονιά. Με αυτό τον τρόπο όχι μόνο τα αποθηκεύεις αλλά παίρνεις κάτι άλλο: γιατί σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαιότητας, ένας γείτονας θα σου φέρει αυγά, ο άλλος ένα κομμάτι πίτα, ο άλλος ένα καρπούζι, ο παράλλος ένα κομμάτι κρέας όταν σφάξει το γουρούνι. Με το δώρο τα κεράσια όχι μόνο αποθηκεύονται αλλά και μετουσιώνονται!

Η ταφόπλακα της κοινωνικής αποθήκευσης ήταν η (η προβιομηχανική , η προκαπιταλιστική, η μεσαιωνική) πόλη, η οποία δεν μπορεί να ζήσει χωρίς εμπορεύματα, άρα και χωρίς χρήμα. Από που έρχονται όμως τα εμπορεύματα, η τροφή κυρίως αλλά όχι μόνο; Από την ύπαιθρο. Όσο περισσότερες γίνονται οι πόλεις και όσο μεγαλώνουν τόσο τα εμπορεύματα καλύπτουν όλες τις πτυχές της καθημερινής ζωής. Η κοινωνική αποθήκευση υποχωρεί, παρακμάζει και εξαφανίζεται – η κυριαρχία του εμπορεύματος είναι καθολική, ολοκληρωτική.

Όσο θα υπάρχουν πόλεις, μικρές ή μεγάλες, φιλικές ή τυραννουπόλεις, ζωντανές ή νεκρουπόλεις, θα υπάρχουν εμπορεύματα και μισθωτή εργασία. Και δεν θα υπάρχει κοινωνική αποθήκευση. Το ζήτημα που με απασχολεί είναι: οι πόλεις θα εγκαταλειφθούν σταδιακά και θα δημιουργηθεί ένας νέος πολιτισμός και θα αναβιώσει η κοινωνική αποθήκευση ή θα εγκαταλειφθούν αιφνίδια σε συνθήκες πανικού και βαρβαρότητας;

Απαντώ: θα εγκαταλειφθούν αιφνίδια σε συνθήκες πανικού και βαρβαρότητας.

να αλλάξουμε το παρελθόν!

[1]
Γιατί λέμε το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον και όχι ο παρελθών (χρόνος), ο παρών, ο μέλλων; Γιατί ουσιαστικοποιημένη μετοχή άψυχου (ουδέτερου!) και όχι αρσενικού γένους, ενικού αριθμού, ονομαστική; Γιατί άψυχο και όχι έμψυχο, και μάλιστα αρσενικού γένους;

Ο παρελθών χρόνος είναι βιωματικός χρόνος, το παρελθόν είναι ιστορικός χρόνος. Η κυριαρχία του ιστορικού χρόνου και ο εξοβελισμός του βιωματικού χρόνου είναι το αποτέλεσμα της σκέψης και της πράξης του Κυρίου, όχι του υποτελούς, φέρνει τη σφραγίδα της νίκης του Κυρίου. Τον εξαντικειμενικευμένο, πραγμοποιημένο χρόνο (ιστορικός) μπορείς να τον ελέγξεις, να τον αλλάξεις, να τον αποικίσεις, όχι όμως τον βιωματικό. (Δεν μπορείς λόγου χάριν να ελέγξεις, να αλλάξεις το όνειρο!). Ο Κύριος θέλει να έχει μεγάλο παρελθόν, θέλει να το γνωρίζει και να το διαμορφώνει όπως αυτός θέλει (η Ιστοριογραφία είναι δικό του έργο), έχει παρόν (ως νικητής), έχει μέλλον, αφού μπορεί και το ελέγχει κατά μεγάλο μέρος (επινόηση πραγματικότητας, be wise before the event, πειθαρχία, τάξη κ.α.) Ο υποτελής έχει μόνο παρόν – ούτε παρελθόν ούτε μέλλον. Τι παρελθόν, τι μέλλον να έχει ένας δούλος, ένας δουλοπάροικος; Ένας εργάτης, υπάλληλος πόσο μακριά μπορεί να δει στο παρελθόν, πόσο μακριά στο μέλλον, μπορεί να δει κάτι πέραν του υπάρχοντος;

Γι αυτό άραγε να είναι νικητής ο Κύριος, εδώ και 2.700 χρόνια δυτικού πολιτισμού;

 

Continue reading

για την εγγύτητα αφηγητή και ακροατηρίου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17

 

Ο Όμηρος και ο Αθανάσιος συζητούν για την εγγύτητα αφηγητή και ακροατηρίου

 

 

 

– Όμηρε, βλέπουμε μια ταινία και δύο ώρες περνούν λες και ήταν λίγα δευτερόλεπτα και βλέπεις ταινία που σε λίγα λεπτά της ώρας κουράζεσαι και κοιμάσαι. Κάποιος λέει ένα ανέκδοτο και ξεκαρδίζεσαι στο γέλιο και κάποιος άλλος λέει το ίδιο ανέκδοτο και απλά χαμογελάς. Κάποια γιαγιά λέει ένα παραμύθι στα εγγόνια της και αυτά κρέμονται από τα χείλη της αλλά δεν λένε όλες οι γιαγιάδες με τον ίδιο τρόπο τα παραμύθια. Εάν ο δάσκαλος είναι κι αυτός ένας αφηγητής, υπάρχουν δάσκαλοι που αιχμαλωτίζουν την ύπαρξή σου, που σε γοητεύουν κι άλλοι που δεν τους μπορείς, είναι βαρετοί, δεν το έχουν. Ποιο είναι το μυστικό της γοητείας, του μαγέματος της αφήγησης; Στα ρωτάω όλα αυτά γιατί διαβάζοντας την Ιλιάδα μας δημιουργείται η εντύπωση, η βεβαιότητα θα έλεγα εγώ, πως ήσουνα ένας γοητευτικός, εξαιρετικός αφηγητής. Πώς κατάφερνες και μάγευες τους ακροατές σου;

Continue reading

οι δύο τάσεις της δυτικής φιλοσοφίας (επιθυμία της ισχύος και παρηγοριά)

 δυτική φιλοσοφία: η φιλοσοφία της επιθυμίας της αύξησης της ισχύος και η φιλοσοφία της παρηγοριάς

 

Με αφορμή την ανάγνωση του πολύ ενδιαφέροντος βιβλίου που κυκλοφόρησε πρόσφατα του Μικαέλ Φεσέλ (ο καιρός της παρηγοριάς) διατυπώνω κάποιες σκέψεις για το πώς διαβάζω, πώς προσλαμβάνω το βιβλίο, με την προσδοκία πως μπορεί να βοηθήσουν κι άλλους αναγνώστες.

Διακρίνω δύο διανοητικές τάσεις, δύο ρεύματα στη δυτική φιλοσοφία, στη φιλοσοφία της δυτικής Κυριαρχίας, του δυτικού Κυρίου. Την πρώτη την ονομάζω φιλοσοφία της επιθυμίας της αύξησης της ισχύος, την δεύτερη φιλοσοφία της παρηγοριάς, της παραμυθίας. Το εντονότερο, το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της δυτικής Κυριαρχίας, του δυτικού Κυρίου, είναι η επιθυμία της αύξησης της ισχύος – αυτός είναι ο λόγος που κυριαρχεί παγκοσμίως και κανένας άλλος – για να μπορέσει να αντιμετωπίσει τους τρεις ΕΦΙΑΛΤΕΣ Του, τους τρεις φόβους Του, τις τρεις βέβαιες ή πιθανές ήττες Του (μείωση και απώλεια ισχύος είναι η ήττα) : τον θάνατο, δηλαδή, την πιο ισχυρή από αυτόν Φύση, τους Υποτελείς Παραγωγούς, από τους οποίους εξαρτάται και δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτούς και, τέλος, τον άλλον Κύριο, από τον οποίο έχει ηττηθεί στο παρελθόν και ενδέχεται να ηττηθεί και στο μέλλον.

Επιθυμία αύξησης της ισχύος σημαίνει να γίνει πιο ισχυρός από τη φύση, να γίνει δηλαδή αθάνατος, σωματικά εννοώ και τίποτα άλλο, να καταργήσει το αίσχος και το όνειδος της εξάρτησης από τους Υποτελείς, να γίνει πιο ισχυρός στρατιωτικά από τον αντίπαλο Κύριο ώστε να εξοβελίσει την ήττα. Μετά από μια περίοδο δύο χιλιετιών (500 π. Χ. – 1500 μ. Χ.) διατύπωσης των επιθυμιών και φαντασιακής εκπλήρωσής τους (θεός, λόγου χάριν), τα τελευταία 500 χρόνια έκανε κάποιες προσπάθειες να πραγματοποιήσει τις επιθυμίες του, πραγματοποίησε αρκετές αλλά τώρα αντιλαμβάνεται ότι δεν έκανε παρά μια τρύπα στο νερό. Αθάνατος δεν μπορεί να γίνει, είναι αδύνατον να απεξαρτηθεί από τους Υποτελείς κι αν το κάνει δεν θα είναι Κύριος, δεν μπορεί να είναι πιο ισχυρός από τον αντίπαλο Κύριο, αφού και οι άλλοι διαθέτουν πυρηνικά όπλα.

Εν τω μεταξύ, όταν διατύπωνε τις επιθυμίες του για αύξηση της ισχύος, αντιλήφθηκε ότι δεν μπορεί να τις πραγματοποιήσει όλες, ίσως και καμία. Έτσι, ο φιλόσοφος κατέφυγε αναπόφευκτα στην παρηγοριά, στην παραμυθία, ακραία μορφή της οποίας είναι η αυτοκτονία, δηλαδή η κατάργηση κάθε σχέσης, με φύση και με άλλους.

Καθ΄ όλη τη διάρκεια της δυτικής φιλοσοφίας, κυρίαρχη τάση ήταν η φιλοσοφία της επιθυμίας αύξησης της ισχύος, υπήρχαν όμως και περίοδο στις οποίες η φιλοσοφία της παρηγοριάς, της παραμυθίας, ερχόταν στο προσκήνιο για να το εγκαταλείψει όταν κάποια ή κάποιες επιθυμίες πραγματοποιούνταν. Πολύ συχνά, θα βρούμε και τις δύο τάσεις στον ίδιο φιλόσοφο (Πλάτων, Αριστοτέλης). Την εποχή του Διαφωτισμού επικρατεί η φιλοσοφία της επιθυμία της ισχύος, μετά τον Χέγκελ όμως οι δύο τάσεις, οι δύο φιλοσοφίες έρχονται αντιμέτωπες: επιστημολογία και θετικισμός και νεοθετικισμός από τη μια, φαινομενολογία και υπαρξισμός από την άλλη.

Τώρα, με την δυτική Κυριαρχία σε πλήρες αδιέξοδο, αφού καμία από τις τρεις επιθυμίες δεν μπορεί να πραγματοποιήσει, η φιλοσοφία της επιθυμίας της αύξησης της ισχύος ζει τις τελευταίες της μέρες, εάν δεν τα έχει ήδη τινάξει. Το μόνο που απομένει στον Κύριο είναι η παρηγοριά. Θα πρέπει λοιπόν να αναμένουμε με βεβαιότητα την αναζωπύρωση της φιλοσοφίας της παρηγοριάς, της παραμυθίας – το βιβλίο του Φεσέλ είναι μια πρώτη ένδειξη. Και θα αντιληφθούμε πόσο ανίσχυρος είναι ο Κύριος μέσα στην ισχύ του. Θα γίνουν πιο έντονοι τώρα οι εφιάλτες Του!Θα επανέλθει στο ηρωικό του παρελθόν: οι ήρωες ή κλαίνε ή αυτοκτονούν.

Η εποχή της κλάψας και της αυτοκτονίας άρχισε – αυτό είναι το μέλλον της δυτικής Κυριαρχίας, του δυτικού Κυρίου.

φέτος ο Αη-Βασίλης δεν θα πάει στην Αυστραλία

φέτος ο Αη Βασίλης δεν θα πάει στην Αυστραλία

 

1.

-Τον μαλάκα, τον ηλίθιο, αφού δεν μπορούμε να πετάξουμε πιο γρήγορα γιατί μας μαστιγώνει;

– Δεν αντέχω άλλο, επιβεβαίωσε  ο τάρανδος που ήταν ζεμένος μπροστά, δεν αντέχω! Ξέρετε τι λέω;  Δεν τον ξεφορτώνουμε τον καριόλη εδώ πέρα να γυρίσουμε πίσω; Δεν αντέχεται αυτή η ζέστη!

-Που να είμαστε άραγε;

-Ποιος ξέρει, αργεί να ξημερώσει.

-Είστε μέσα; ρώτησε ο τάρανδος που έκανε την πρόταση.

-Μέσα! απάντησαν όλοι και όλες.

Continue reading