Τους τελευταίους μήνες έχω πέσει με τα μούτρα στη μελέτη του Μεσαίωνα, για τον οποίον τα διαβάσματά μου είναι παντελώς ανεπαρκή. Κείμενα, ιστορίες, ειδικές μελέτες – ό,τι βρεθεί μπροστά μου. Με ενδιαφέρει να εντοπίσω τη σχέση κάθε τρόπου παραγωγής που συγκροτούν τον δυτικό πολιτισμό με τον προηγούμενο και τον επόμενο. Ποια είναι η σχέση του δουλοκτητικού
αλφαμίνες, βιταμίνες, γαμαμίνες
Ο Τσάρλς άναψε το πούρο, φύσηξε το καπνό σηκώνοντας ελαφρά το κεφάλι προς το ταβάνι και είπε: Γουίλιαμ, εάν το γέλιο προηγείται της ομιλίας και η φαντασίωση της φαντασίας, θα πρέπει να αναζητήσουμε μια σχέση ανάμεσα στο γέλιο και τη φαντασίωση. Εμφανίστηκαν την ίδια πάνω κάτω εποχή ή το ένα προηγείται σαφέστατα του άλλου; Ο Γουίλιαμ περίμενε την ερώτηση του Τσάρλς για να ανάψει το πούρο του, όπως και έκανε. Ο Σίγκμουντ και ο Μαρκήσιος δεν περίμεναν τίποτα, εκτός βέβαια από το μπουκάλι με το κονιάκ. Τσάρλς, είπε χαμηλόφωνα ο Γουίλιαμ, έχω την εντύπωση ότι κρυώνω. Ο Τσαρλς έστρεψε το κεφάλι του προς το τζάκι, πετάχτηκε από τη πολυθρόνα του και έριξε δυο μεγάλα κούτσουρα πάνω σε μια νεκροζώντανη φλόγα. Άκουσε τον Μαρκήσιο να του λέει: Τσάρλς, μια που σηκώθηκες, δεν φέρνεις και λίγη αμόλυβδη; Ο Τσάρλς κάθισε στη πολυθρόνα του και του είπε. Πονάνε τα πόδια μου, να πας να το πάρεις. Ο Μαρκήσιος πήγε να ρωτήσει “Σίγκμουντ, θα πας;” αλλά το μετάνιωσε και σηκώθηκε βαριεστημένα. Έσυρε τα πόδια του προς το μπαρ και επέστρεψε με το μπουκάλι στο αριστερό του χέρι, με το πούρο στο δεξί. Γέμισε το ποτήρι του και ήπιε. Γουίλιαμ, είπε, κάτι ήθελες να μας πεις. Ο Γουίλιαμ ρούφηξε το πούρο, φύσηξε το καπνό και είπε: Προτείνω να εγκαταλείψουμε τη μέθοδο των υποθέσεων – έχει αποτελέσματα αλλά οδηγεί σε αδιέξοδο. Θα προτιμούσα να μιλήσω με προφανείς βεβαιότητες. Και οι βεβαιότητες αυτές είναι τρεις. Ξερόβηξε κι άπλωσε το χέρι του να πιάσει το ποτήρι. Ο Σίγκμουντ, γάτα, αντιλήφθηκε τις προθέσεις του Γουίλιαμ την ώρα που ο εγκέφαλος έδωσε τη διαταγή στο χέρι να κινηθεί, πήρε το μπουκάλι και έχυσε 17 ml κονιάκ στο ποτήρι. Ο Γουίλιαμ τον ευχαρίστησε, ήπιε μια γουλιά και είπε: Βεβαιότητα πρώτη: είμαστε το μόνο ζώο που γνωρίζει ότι θα πεθάνει. Αποκτήσαμε συνείδηση όταν μάθαμε ότι θα πεθάνουμε. Βεβαιότητα δεύτερη: όταν, για κάποιο λόγο, σταθήκαμε όρθιοι, δεν γνωρίζαμε ότι θα πεθάνουμε. Βεβαιότητα τρίτη: η τρίτη βεβαιότητα θα πρέπει να βρίσκεται μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης. Όπως οι βιταμίνες βρίσκονται ανάμεσα στις αλφαμίνες και τις γαμαμίνες, σχολίασε χαμογελώντας ο Μαρκήσιος. Περίμενε να γελάσουν αλλά δεν γέλασε κανείς – τον στραβοκοίταξαν μόνο. Όταν αρχίσαμε να γελούμε, γνωρίζαμε ότι θα πεθάνουμε; ρώτησε ο
μπαμπά, η Κυρία μας όταν φωνάζει κοκκινίζει
– Φωνάζει; Γιατι φωνάζει;
– Επειδή μιλάμε και κάνουμε φασαρία.
– Όλα τα παιδιά;
– Όλα, μπαμπά. Εκτός από τα τρία μουσουλμανάκια.
– Δεν κάνουν φασαρία τα μουσουλμανάκια;
– Όχι. Αλλά μόλις όμως χτυπήσει το κουδούνι χτυπιούνται και κλωτσιούνται.
– Και τι κάνετε όταν φωνάζει;
– Σταματάμε για λίγο και μετά αρχίζουμε πάλι.
– Κι εσύ μιλάς και φωνάζεις;
– Κι εγώ, ρε μπαμπά, τί είμαι εγώ να μη μιλάω και να μη κάνω φασαρία;
– Τη λυπάσαι τη Κυρία όταν φωνάζει και κοκκινίζει;
– Δε ξέρω.
– Δε μου λες, Αποστολία, τι σου αρέσει πιο πολύ, να παίζεις και να μιλάς με τα άλλα τα παιδιά ή να είσαι ακίνητη στην καρέκλα και να μη μιλάς;
– Μπαμπά, το αγαπημένο μου μάθημα είναι η γυμναστική γιατί είμαστε έξω και τρέχουμε και παίζουμε.
η επινόηση του δυτικού χρήματος (2)
φίλες και φίλοι, καλημέρα σας
Δεν θυμάμαι που το διάβασα και ποιος το είπε: η ιστορία σε κάνει να πεινάσεις – για έρευνα εννοείται. Μιας και το βιβλίο για τις πρώτες μέρες της αγοράς, του εμπορεύματος και του χρήματος θα αργήσει να ολοκληρωθεί, εάν ποτέ ολοκληρωθεί ασφαλώς, σκέφτηκα να εκθέσω άκρως συνοπτικά, με ένα πρωινό σημείωμα, τα βασικά συμπεράσματα στα οποία έχω καταλήξει, να εκθέσω δηλαδή την κεντρική ιδέα της έρευνας. Αλλά, το ‘άκρως συνοπτικά’ μπορεί να είναι μια πρόταση – από κει και πέρα ανοίγει η όρεξη και όντως μου άνοιξε. Αποφάσισα λοιπόν να ανασυντάξω τις δυνάμεις μου και να προσεγγίσω το ζήτημα που με απασχολεί διεξοδικότερα, αφού εκθέσω άκρως συνοπτικά την άποψή μου: η γένεση της αγοράς, του εμπορεύματος και του χρήματος για πρώτη φορά στον δυτικό πολιτισμό πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της εξάπλωσης και γενίκευσης της δουλείας, του δουλοκτητικού τρόπου παραγωγής, ο οποίος ήταν μια επινόηση των ποιμένων της γεωμετρικής εποχής που εγκατέλειψαν την εκτροφή των ζώων και στράφηκαν προς την καλλιέργεια της γης με την χρησιμοποίηση ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού δούλων. Προς το τέλος της αρχαϊκής εποχής (700-500), δούλους βρίσκουμε όχι μόνο στα μεγάλα κτήματα των γαιοκτημόνων αλλά και στα μεσαίας και μικρής έκτασης, στις βιοτεχνίες (κυρίως κεραμεικής και μεταλλοτεχνίας), στα μεταλλεία, στα σπίτια και στη δημόσια διοίκηση.
Πιθανόν κάποιοι και κάποιες να δυσφορούν με την εμμονή μου για τη δουλεία, με την ενασχόλησή μου για την προέλευση του δουλοκτητικού τρόπου παραγωγής, για την συσχέτιση των πολλών και καινοφανών θεσμών που εμφανίστηκαν κατά την αρχαϊκή και κλασική εποχή με τη δουλεία. Ας δυσφορούν. Δεν συμμερίζομαι, κατά κανένα τρόπο, την ιδεολογία της ελληνικής ιδιαιτερότητας, της ιδιαιτερότητας του ελληνικού πολιτισμού, δηλαδή της ελληνικής φυλής. Ο απόηχος του ρατσισμού του 19ου (και του 20ού) αιώνα είναι σαφέστατος. Continue reading
η επινόηση του δυτικού χρήματος (1)
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
Εάν φτωχός στο Περού είναι αυτός που δεν έχει παπούτσια και στην Ελλάδα αυτός που δεν έχει αυτοκίνητο, ένας δικανικός λόγος του Ισοκράτη*, ο ‘Υπέρ αδυνάτου’, που γράφτηκε στα μέσα στου 4ου π. Χ. αιώνα, μας ενθαρρύνει να εικάσουμε ότι φτωχός στην Αθήνα εκείνη την εποχή ήταν αυτός που δεν είχε τουλάχιστον έναν δούλο. Ένας Αθηναίος πολίτης κατηγορεί κάποιον άλλον ότι δεν είναι αδύναμος και ότι κακώς παίρνει επίδομα απορίας. Ο κατηγορούμενος υπερασπίζεται τον εαυτό του και λέει ότι είναι τόσο φτωχός που δεν μπορεί να αγοράσει έναν δούλο για να τον φροντίζει. Δεν θα εκινείτο λοιπόν στη σφαίρα της εικοτολογίας εάν διαπιστώναμε ότι δεν θα υπήρχε σπίτι που να μην κατέχει τουλάχιστον έναν δούλο.
Η κατάσταση αυτή ήταν το αποτέλεσμα μιας μακραίωνης διαδικασίας που άρχισε κατά το τέλος της γεωμετρικής (750-700) και τις αρχές της αρχαϊκής εποχής (700-500). Μας επιτρέπεται λοιπόν να εικάσουμε ότι από το 750 μέχρι το 350 ο αριθμός των δούλων που χρησιμοποιούνταν στην παραγωγή, στις οικιακές εργασίες και στις δημόσιες υπηρεσίες αυξάνει διαρκώς. Είμαστε βέβαιοι ότι οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν δούλους ήταν οι ποιμένες που εγκατέλειψαν την εκτροφή των ζώων και στράφηκαν στην καλλιέργεια της γης, και έγιναν τελικά γαιοκτήμονες δουλοκτήτες. Είμαστε επίσης βέβαιοι ότι η δουλεία υπήρχε κατά την εποχή της επικράτησης του ποιμενικού τρόπου παραγωγής (υπομυκηναϊκή και γεωμετρική εποχή), τόσο σε λανθάνουσα μορφή (η κατάσταση των γυναικών) όσο και σε καθαρή, μόνο που οι δούλες ήταν πολύ περισσότερες από τους δούλους και αυτό οφείλεται στην ιδιομορφία του ποιμενικού τρόπου παραγωγής: η εκτροφή των ζώων απαιτεί λίγα εργατικά χέρια, η επεξεργασία όμως των προϊόντων και οι οικιακές εργασίες πολύ περισσότερα, εργασίες που τις έφερναν σε πέρας οι γυναίκες.
Και ενώ ο αριθμός των ανδρών δούλων αυξάνει διαρκώς από το 750 μέχρι το 350, ταυτόχρονα αυξάνει και η ποσότητα των νομισμάτων που κυκλοφορούν στις ελληνικές πόλεις. Δεν ξέρω τι κάνουν οι άλλοι αλλά εγώ δεν μπορώ να μην συσχετίσω αυτές τις δύο διαδικασίες. Δεν μπορεί αυτά τα δύο φαινόμενα να είναι άσχετα μεταξύ τους. Θα πρέπει λοιπόν να μελετήσουμε αυτά τα δύο φαινόμενα και να επιχειρήσουμε να τα συνδέσουμε. Πριν παραθέσω τα συμπεράσματα στα οποία έχω καταλήξει, θα ήθελα να στρέψω την προσοχή μου στο εξής ζήτημα: Γιατί οι γαιοκτήμονες και στη συνέχεια και άλλα κοινωνικά στρώματα στράφηκαν με τέτοια ζέση στην απόκτηση και χρήση των δούλων;
ο Κύριος τσιμπουκώνει τους Υποτελείς
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
Έχετε διαβάσει την Αγαπημένη της Τόνι Μόρισον;
‘Γονατισμένοι [46 σκλάβοι] στην ομίχλη, περίμεναν το καψόνι κάποιου φρουρού, ή δύο, ή τριών. Ή ίσως να το ‘θέλαν όλοι. Να το ‘θελαν από έναν συγκεκριμένο κρατούμενο ή από κανέναν – ή απ’ όλους.
-Πρωινό; Θες πρωινό, αράπη;
-Μάλιστα, Κύριε.
-Πεινάς, αράπη;
-Μάλιστα, Κύριε.
– Ορίστε.
Συχνά ο γονατισμένος άντρας προτιμούσε μια βολή στο κεφάλι προκειμένου να πάρει μαζί του στον Ιησού, ως αντίτιμο ίσως, ένα κομματάκι πόσθης. Αυτό δεν το ‘ξερε τότε ο Πωλ Ντη. Κοίταζε τα παράλυτα χέρια του, μύριζε το φρουρό, άκουγε τους σιγανούς γρυλισμούς του, τόσο όμοιους με των περιστεριών, καθώς στεκόταν μπροστά σ’ αυτόν που γονάτιζε μες την ομίχλη στα δεξιά του. Σίγουρος ότι θα ήταν η σειρά του, αναγούλιασε – μη βγάζοντας τίποτα. Ο φρουρός που παρατηρούσε του τσάκισε τον ώμο με το όπλο και ο απασχολημένος με τον άλλο φρουρός αποφάσισε να παραλείψει προς το παρόν τον καινούργιο, αρκεί το παντελόνι και τα παπούτσια του να μην λερώνονται από νέγρικα ξερατά’.
Το λήμμα τσιμπουκώνω δεν θα το διαβάσετε σε κάνενα λεξικό. Ούτε το τσιμπούκωμα. Στο απόσπασμα που παρέθεσα, η Μόρισον περιγράφει πως οι λευκοί φρουροί τσιμπούκωναν τους νέγρους κρατούμενους. Δεν υπάρχουν
προσταγή, ένδεια, βούληση
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
‘ Η έρευνα που κάνω τώρα είναι μια αρχαιολογία της προσταγής, είναι μια απόπειρα επιστροφής προς τα πίσω για να κατανοήσω ποιο είναι το νόημα της προσταγής σήμερα.’
Αυτά λέει ο Giorgio Agaben στον Άκη Γαβριηλίδη στην συνέντευξη-συζήτηση που σας έλεγα χτες. Κλείνοντας τη συζήτηση, ο Γαβριηλίδης ευχαριστεί τον Αγκάμπεν ως εξής:
‘Κύριε Αγκάμπεν σας ευχαριστούμε πολύ και ελπίζουμε κάποια από αυτά να τα διατυπώσετε και γραπτά σε άρθρα ή βιβλία σας ώστε να μεταφραστούν και στα ελληνικά, ή σε άλλες γλώσσες, και να τα διαβάσουμε’.
Περιμένω κι εγώ με λαχτάρα να διαβάσω για τα ζητήματα που θίγει στη συνέντευξη ο Αγκάμπεν – είμαι κάτι παραπάνω από βέβαιος ότι θα μάθω πολλά που δεν γνωρίζω και θα σκεφτώ πολλά που δεν έχω σκεφτεί, κυρίως πάνω στο ζήτημα της προσταγής. Ο Αγκάμπεν διαπιστώνει ότι ενώ έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά για την υπακοή, το ζήτημα της προσταγής είναι ένα αντικείμενο έρευνας σχεδόν ανεξερεύνητο. Θα έλεγα ότι, αν και έχουν γραφτεί πολλά γιατην υπακοή, την εθελοδουλεία, την υποτέλεια, υπάρχουν πολλές πτυχές του ζητήματος που δεν έχουν προσεγγιστεί. Διότι, εάν έχουμε πολλά να ερευνήσουμε για την προσταγή, θα έχουμε και πολλά να πούμε και για την υπακοή! Η έρευνα για την προσταγή θα φωτίσει πτυχές της υπακοής που δεν έχουμε ερευνήσει. Και απομένει να εξετάσουμε την προσταγή σε σχέση με την υπακοή, ή την υπακοή σε σχέση με την προσταγή, και όχι μεμονωμένα και άρα αποσπασματικά.
ο Giorgio Agaben και ο Άκης Γαβριηλίδης συζητούν για την προσταγή και την Προστακτική
φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα
Μου αρέσει πολύ, χαίρομαι, όταν διαβάζω και μαθαίνω τι απασχολεί έναν διανοητή, με τι καταπιάνεται, τι διαβάζει, τι σκέφτεται και τι γράφει. Η χαρά είναι μεγαλύτερη όταν πρόκειται για κάποιον διανοητή που φροντίζεις να διαβάζεις ό,τι μπορείς να διαβάσεις από αυτά που δημοσιεύει. Οι Άκης Γαβριηλίδης και ο Τζιόρτζιο Αγκάμπεν είναι διανοητές που τους διαβάζω με μεγάλη προσοχή – πάντα κάτι μαθαίνω, πάντα νέες γόνιμες συνάψεις (συναντήσεις) γίνονται στον εγκέφαλό μου. Φαντάζεστε λοιπόν με τι χαρά δάβασα μια συνέντευξη που πήρε ο Άκης Γαβριηλίδης από τον Agaben και τη διάβασα στο Nomadic univesality (αναδημοσιευμένη και στον Κενό Φακελο), στην οποία συζητούν για την βιοπολιτική, την κατάσταση εξαίρεσης, την προσταγή, για την ανθρωπογένεση και την προέλευση της γλώσσας, για την διαχείριση της αταξίας από τον Κύριο και άλλα πολλά.
Αύριο θα ασχοληθούμε με τις απόψεις που διατυπώνει ο Αγκάμπεν για τη γλώσσα και την προσταγή, μιας και όπως γνωρίζετε η προσταγή είναι ένα από τα βασικά ζητήματα με τα οποία καταπιάνεται η Κακιά Σχολή. Σήμερα, θα κάνω ένα σχόλιο πάνω σε ένα μέρος της συζήτησης που αφορά την έλλειψη της Προστακτικής του ρήματος είμαι. Προς το τέλος της συνέντευξης, σε μια διαπίστωση του Γαβριηλίδη για το ενδιαφέρον του Αγκάμπεν ‘ για την αποδόμηση της ουσιοκρατικής διάστασης της ανθρώπινης κοινότητας που βασίζεται πάνω στη γλώσσα’ , ο Αγκάμπεν ολοκληρώνει τη σκέψη του ως εξής (πίσω από τα έντονα γράμματα ο Άκης Γαβριηλίδης):
Κατι άλλο που ανακάλυψα σε αυτή την έρευνα, είναι ότι και εδώ, ακόμα μια φορά, η μηχανή είναι πάντοτε διπλή. Η φιλοσοφική – θα μπορούσαμε να πούμε και οντολογική – μηχανή της κοινωνίας μας είναι διπλή. Από τη μιά έχουμε μια οντολογία που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε με δύο ελληνικές λέξεις – δεν ξέρω αν έχουν μείνει ίδιες – έχουμε έναν κόσμο, μια λογική που είναι στην οριστική έγκλιση, τον κόσμο του έστι – ή εστί. . .;
Στα νέα ελληνικά υπάρχει η μνήμη αυτού του όρου, αλλά δεν χρησιμοποιείται πλέον.
Και πως εκφράζετε την έννοια ‘est’ ;
Χρησιμοποιούμε το παλιό απαρέμφατο ως τρίτο πρόσωπο της οριστικής ‘ αυτός είναι’ .
Έχουμε επομένως μια οντολογία του είναι, που ενδιαφέρεται για το πως είναι ο κόσμος, και από την άλλη μια οντολογία της προστακτικής: έστω. Το λέτε αυτό ακόμη;
Όχι!
Πως λέτε τη προστακτική; Το ‘ να είσαι’;
Δεν το λέμε! Είναι περίεργο, αλλά δεν υπάρχει προστακτική του ρήματος ‘είμαι’ στα νέα ελληνικά. Λέμε ΄γίνε’. Από το γίγνεσθαι.
Αυτή λοιπόν η οντολογία του γίνε ενδιαφέρεται όχι για το πως είναι ο κόσμος, αλλά για το πως οφείλει να είναι ο κόσμος. κλπ.
Αυτά και πολλά άλλα και άκρως ενδιαφέροντα συζητούν οι δυο διανοητές. Η τελευταία πρόταση του Αγκάμπεν συνοψίζει την δυτική (αρχαιοελληνική) μεταφυσική, η οποία δεν είναι παρά αντεστραμμένη τελολογία. Ο πλατωνικός δημιουργός του κόσμου (Τίμαιος) δεν είναι παρά αυτό που θα ήθελε να ήταν ο Κύριος (δουλοκτήτης γαιοκτήμονας) – κάτι που σχεδόν εκπλήρωσε μετά από πολλές χιλιάδες χρόνια ο (καπιταλιστής) Κύριος. Λέω σχεδόν διότι η κομβική του επιθυμία να γίνει πιο ισχυρός από τη φύση, αθάνατος δηλαδή, για να γίνει πιο ισχυρός στο πεδίο του (κοινωνικού) πολέμου από τον αντίπαλο του, δεν εκπληρώθηκε και ούτε πρόκειται. Ο Κύριος έγινε θεός αλλά όχι Θεός – θα λέγαμε ότι έγινε ψιλικατζής Θεός.
άσκηση Γραμματικής
ΑΣΚΗΣΗ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗΣ
είμαι αδιέξοδο
είσαι αδιέξοδο
είναι αδιέξοδο
είμαστε αδιέξοδα
είσαστε αδιέξοδα
είναι αδιέξοδα
αυτοκατάργηση του προλεταριάτου: χασίσι, γαμήσι, επιστροφή στη φύση
φίλες κε φίλοι, καλημέ!
Ο Σύνδεσμος για την Κατάργηση του Ρήματος Έχω εύχεται να ζήσουμε καλό χειμώ – και θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί.
Σήμαντρα ιντερνετικά ηχείστε, καμπάνες διαδικτυακές κτυπείστε, επέστρεψα, κατά 85% γερός, κατά 120% δυνατός, ημίονος, ημιταλαίπωρος, λυσσιάρκου σκλί κατά τα άλλα! Επέστρεψα να συνεχίσω να διατυπώνω ερωτήματα αδήλωτα, ανεπικαίρως επίκαιρα, καταχωνιασμένα στα ερέβη της κοινωνικής πραγματικότητας και τις πτυχές της ταραγμένης ύπαρξης του καθενός και της καθεμιάς, ερωτήματα πίπτοντα επί των τοίχων και των τειχών των προσφάτως εγειρομένων αδιεξόδων, αδιέξοδα τα οποία ο ποιητής Χέντερλιν όριζε ως την εγγύτατη προσέγγιση της λύσης, επέστρεψα να συνεχίσω να διατυπώνω απαντήσεις ακολουθώντας την κίνηση του νοός επί τα λαιά. Σοβαρεύω επί το σπουδαιογελοιότερον, ασφαλώς!
Ερωτώ τον ευατόν μου: από ήρθε το προλεταριάτο; Απαντώ μεγαλοφώνως: από τας εξοχάς τας μεσαιωνικάς, από την ύπαιθρο της μεσαιωνικής φύσης. Ερωτώ και πάλιν: Θα επιστρέψει, αυτοκαταργούμενο, εις τας εξοχάς της (μετα)καπιταλιστικής φύσης;
